Δεν έχουμε κανέναν ανάγκη. Απολύτως κανέναν. Το 41% τού 50% του ελληνικού λαού που ψήφισε Μητσοτάκη («για να εξυγιάνει τη Δεξιά», όπως άκουσα πρόσφατα από μία ψηφοφόρο του, της οποίας βέβαια της πήρε κάποιο χρόνο να παραδεχτεί τι ψήφισε) καθώς και το σχεδόν 60% που δεν πήγε να ψηφίσει στις τελευταίες εκλογές μάς φτάνουν και μάς περισσεύουν. Και λέω αυτοί ειδικά, όχι γιατί οι υπόλοιποι είναι πολύ καλύτεροι, αλλά γιατί τα 186 χρόνια που βασιλεύει η Δεξιά (από την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους) κάτι θα περίμενε κανείς να μάς έχουν διδάξει. Ούτε καν!
Αυτό που δεν ενδιαφέρεται ο Ελληνας για την Ελλάδα του αλλά όταν είναι να κυνηγήσει, πνίξει ή σκοτώσει μετανάστες γίνεται πολύ πατριώτης, με ξεπερνάει. Κατά τ’ άλλα, μόνο χρήμα κι αποψάρα. Συνομιλούσα με ένα νέο παιδί, γύρω στα 25, και μου λέει: «Ημουν σε έναν πολύ γνωστό επιχειρηματία στη Σαντορίνη επί 4 χρόνια. Δούλευα από 12-20 ώρες κάθε μέρα. Κάναμε γάμους. Δύο την ημέρα. Συν 1.000 άτομα από κρουαζιέρες, συν 250 VIP που έκλειναν το μαγαζί. Κάθε μέρα αυτό τώρα. Ξέρεις πόσοι ήμασταν όλοι κι όλοι που δουλεύαμε; Δεκαέξι! Ξέρεις τι βρισίδι τρώγαμε από τον επιχειρηματία; Απίστευτο. Βγάζαμε καλά χρήματα για τα δεδομένα της χώρας, αλλά ο ίδιος έβγαζε εκατομμύρια. Χωρίς υπερβολή. Παραιτήθηκα όταν πήρε τέσσερις Πακιστανούς και τους έβαλε σε ένα δωμάτιο μαζί με τη μητέρα του, που ήταν με συσκευή οξυγόνου. Φαντάζεσαι να πέθαινε η γυναίκα; Δίχως κλιματισμό το δωμάτιο! Τι θα έκαναν οι άνθρωποι; Τι κατάθεση θα έδιναν;».
Χρειάζεται να πω κάτι άλλο; Παρόμοια περιστατικά αισχροκέρδειας από τη Μύκονο έως το Θιάκι. Σε περισσότερα μέρη στην πρώτη, σε λιγότερα κάπως στο δεύτερο, αλλά η αισχροκέρδεια παρούσα… Οχι, δεν έχουμε κανέναν ανάγκη. Είμαστε ικανότατοι να μας καταστρέψουμε μοναχοί μας.
