ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πάνος Κοσμάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπό κανονικές συνθήκες, δηλαδή χωρίς να «ξεσπάσει» βίαια κάποια από τις κατά Ρουμπινί «υπεραπειλές» που επικρέμανται πάνω από τη διεθνή οικονομία, οι αξιολογήσεις με τις περισσότερες πιθανότητες για νέα αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελληνικής Δημοκρατίας τοποθετούνται σε ορίζοντα περίπου ενός χρόνου από τώρα (από τις αρχές καλοκαιριού του 2025 και ύστερα). Με τα σημερινά δεδομένα, ως θετικό σημείο αναφοράς προοιωνίζεται η υλοποίηση του τρίτου μέρους του προγράμματος «Ηρακλής» («Ηρακλής ΙΙΙ»), που θα μειώσει τα «κόκκινα» δάνεια των τραπεζών από 7,4% του ενεργητικού τους σήμερα σε λιγότερο από 3%. Οσον αφορά επιδόσεις που σχετίζονται με το παραγωγικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας, οι δυναμικές φαίνεται ότι έχουν εξαντληθεί, καθώς δεν αναμένονται νέες διαρθρωτικού χαρακτήρα θετικές εξελίξεις. Το παραγωγικό μοντέλο φαίνεται να έχει εξαντλήσει τη δυνατότητά του να γιατρέψει τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.

Ωστόσο, αυτό θα κριθεί από τις εξελίξεις σε τρεις σημαντικούς σταθμούς: Πρώτα, το φετινό φθινόπωρο, με τις προβλέψεις-δεσμεύσεις που θα αναληφθούν στο πλαίσιο του προσχεδίου προϋπολογισμού του 2025 και του νέου Μεσοπρόθεσμου. Παρότι σε γενικές γραμμές δεν πρόκειται να υπάρξουν εκπλήξεις, οι «ουσιώδεις λεπτομέρειες» θα έχουν τη σημασία τους.

Οι υπόλοιποι δύο σταθμοί όμως, του 2025 και του 2027, θα έχουν πολύ μεγαλύτερη -και αυξανόμενη- σημασία.

Το 2025 όχι μόνο γιατί θα κριθεί το ζήτημα νέων αναβαθμίσεων, αλλά και γιατί θα υπάρχουν πιο έγκυρα στοιχεία για να εκτιμηθεί κατά πόσο η ελληνική κυβέρνηση και η ελληνική επιχειρηματικότητα θα ανταποκριθούν στις απαιτήσεις όχι της λογιστικής αλλά της πραγματικής απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Τα δύο αυτά (αξιολογήσεις οίκων και απορρόφηση πόρων του ΤΑΑ) πιθανότατα θα έχουν την ιδιαίτερη σχέση αν το δεύτερο δεν βάλει «τρικλοποδιά» στο πρώτο…

Το ορόσημο του 2027 είναι ακόμη σπουδαιότερο και αφορά τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης που θα μπορεί να πετύχει η ελληνική οικονομία την περίοδο ύστερα από τη λήξη της προγραμματικής περιόδου του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, δηλαδή κατά πόσο και σε ποιον βαθμό οι πόροι του «γιάτρεψαν» τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Διαρθρωτικά προβλήματα

Παρ’ όλο που είναι πρόωρο να απαντηθεί -και μάλιστα κατηγορηματικά- αυτό το ερώτημα, μπορούν να επισημανθούν μερικά καθόλου ενθαρρυντικά «σημάδια» με βάση τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία:

● Βραχυπρόθεσμα, οι προβλέψεις για τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το 2024 αναθεωρούνται προς τα κάτω (από ΔΝΤ και ΤτΕ), έστω και οριακά, σε μια στιγμή που η υλοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης είναι στο φόρτε της και που η κυβέρνηση καταθέτει συμπληρωματικό προϋπολογισμό 900 εκατ. ευρώ για να καλύψει τις δαπάνες του ΠΔΕ, που θα αυξηθούν στο πρωτοφανές ύψος των… δισ. ευρώ. Οπως θα δούμε στη συνέχεια, οι όροι αυτής της αναθεώρησης είναι διαρθρωτικοί.

● Η διαρθρωτική αδυναμία του μεγάλου επενδυτικού κενού στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας παραμένει σε δυσθεώρητα ύψη (πάνω από 65 δισ. ευρώ) και δεν διαφαίνεται κάποια αξιόλογη δυναμική να καλυφθεί ουσιαστικά, ενώ στον δημόσιο ξεπερνάει τα 30 δισ. ευρώ. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραδέχτηκε ότι οι επενδύσεις στην ελληνική βιομηχανία κυμαίνονται στο 14% του ΑΕΠ, όταν στην Ε.Ε. κυμαίνονται στο 25%.

● Η φετινή ετήσια έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας (ΤτΕ) έδειξε παραστατικά πως όχι μόνο παραμένουν οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, αλλά το 2024 παίρνουν περαιτέρω δυσμενή τροπή. Δεν πρόκειται μόνο για το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που το 2024 διευρύνεται σε σχέση με το 2023, αλλά για την παραγωγικότητα, όπου η απόσταση σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης διευρύνεται σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση και είναι… χαώδης.

● Τα προβλήματα αυτά στην καρδιά του παραγωγικού μοντέλου αποτυπώνονται στα δεδομένα της ΤτΕ για τις συνιστώσες του ΑΕΠ στην τετραετία 2021-2024. Εκεί παρατηρούμε ότι:

α. Το 2018-19 οι εξαγωγές και τα αποθέματα ήταν οι βασικές θετικές συνιστώσες του ΑΕΠ.

β. Παραβλέποντας το «ιδιόμορφο» (λόγω λοκντάουν) 2020, το 2021 και το 2022 οι σημαντικές θετικές συνιστώσες του ΑΕΠ ήταν κατά σειρά συμβολής η ιδιωτική κατανάλωση και οι εξαγωγές.

γ. Το 2023 οι εξαγωγές «πήραν κεφάλι» σε σχέση με την ιδιωτική κατανάλωση, αλλά πλέον σε πλαίσιο σημαντικής επιβράδυνσης των ρυθμών ανάπτυξης, με τρίτη συνιστώσα, σε αξιόλογα επίπεδα, τις επενδύσεις.

δ. Το πρώτο τρίμηνο του 2024 οι σημαντικότερες συνιστώσες είναι τα αποθέματα και η ιδιωτική κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις έχουν ελάχιστα θετική συμβολή και οι εξαγωγές αρνητική.

Τα στοιχεία λοιπόν δείχνουν ότι δεν έχει εγκατασταθεί μια στιβαρή δυναμική διόρθωσης των διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας, αλλά μάλλον ότι πρόσφατα έχουμε τάσεις οπισθοδρόμησης. Ο φόβος για οικονομική στασιμότητα την περίοδο μετά το 2026 είναι υπαρκτός.