Χιλιάδες, εκατομμύρια ασημένια ψάρια, κείτονται νεκρά στις ακτές του Παγασητικού. Η εικόνα παγώνει, η κάμερα έχει αδυσώπητα εστιάσει στα αμέτρητα πτώματα. Αποστρέφοντας το βλέμμα σου από τη βιβλική καταστροφή είναι αδύνατον να μη σκεφτείς πως κάτι λάθος κάνουμε, σε κάποιο έγκλημα συναινούμε ως είδος. Η μήτρα της Γης δεν είναι το χώμα, είναι η θάλασσα. Κάποιοι λένε πως ψάρια ήμασταν πρώτα. Μετά αποκτήσαμε πόδια και βγήκαμε στην ξηρά. Το νερό μέσα μας μάς επιτρέπει να ζούμε. Είμαστε γεμάτοι θάλασσα. Οι ποιητές λένε πως γι’ αυτό οι άνθρωποι αγαπούν τη θάλασσα τόσο πολύ, γι’ αυτό την κοιτάζουν και γαληνεύουν.
Θυμάμαι πως ο Σαχτούρης έγραψε: «Στη φωτογραφία του Κάφκα που έχω κολλήσει στον καθρέφτη της κάμαράς μου, έβαλα δεξιά και αριστερά από ένα ψάρι. Γιατί ο Κάφκα αγαπούσε τα ψάρια και δεν τα έτρωγε. Τον χειμώνα μαζί με τα ψάρια έκανε μπάνιο στο κρύο νερό μιας λίμνης, όπως κι ένας άγιος πρόγονός του, που έσπαζε τον πάγο της λίμνης κι έμπαινε μέσα. Αλλωστε η αγάπη του για τα ψάρια φάνηκε και στον θάνατό του. Τον τελευταίο καιρό δεν μιλούσε, έγραφε ό,τι ήθελε να πει κι ο θάνατός του έμοιασε με θάνατο ψαριού που το βγάλαν στη στεριά. Πέθανε γιατί δεν μπορούσε πια να αναπνεύσει. Κι ας είναι ευλογημένη η Dora Dymant». Η Ντόρα Ντιαμάντ, άλλο «ψάρι» υπέροχο κι αυτή, ερωμένη του Κάφκα, είναι θέμα άλλου κειμένου, μα δεν τόλμησα να την παραλείψω κι απ’ αυτό. Για να τη βάλει μες στα ψάρια ο Σαχτούρης κάτι θα θέλει να μας πει.
Πάνω από την απέραντη «κοιλάδα» των νεκρών ψαριών, άνθρωποι μαλώνουν. «Εσύ φταις», λένε ο ένας στον άλλον. Τα ψάρια άφησαν το σπίτι τους, σηκώθηκε το θηρόφραγμα μιας λίμνης που φροντίσαμε πρώτα να αποξηράνουμε για να φτιάξουμε χωράφια και ύστερα διαπιστώσαμε πως λάθος κάναμε. Δημιουργήσαμε ένα τεράστιο τραύμα στο οικοσύστημα. Και ύστερα αποφασίσαμε να την «ξαναζωντανέψουμε». Και έπειτα τη μολύναμε. Διότι το νερό έχει μνήμη, θυμήθηκε στις πλημμύρες του «Ντάνιελ» τους παλιούς του δρόμους και μέσα σε δυόμισι ημέρες ξαναδημιουργήθηκε η λίμνη Κάρλα στο αρχικό της μέγεθος. Και να που τώρα, κάποιος άφησε την «κερκόπορτα» ανοιχτή. Και τα ψάρια, δηλητηριασμένα από τη ρύπανση στις εκβολές της λίμνης, ξεχύθηκαν και πέθαναν στην ανοιχτή θάλασσα. Και τα ψέματα, οι δικαιολογίες, συνεχίζονται.
Βλέπω έναν άνθρωπο στην περιοχή, μόνο, να προσπαθεί να σώσει τα ψάρια. Για όλους τους άλλους είναι καταδικασμένα σε θάνατο. Αλλά αυτός μαζεύει, με τις χούφτες του, όσα ψάρια μπορεί. Και κλαίει. Τα μεταφέρει σε μια αυτοσχέδια δική του δεξαμενή με γλυκό νερό.
Τα ψάρια σπαρταρούν απελπισμένα. Τρέχει να προλάβει το κακό. Μα κανείς δεν ακούει τον εκκωφαντικό επιθανάτιο ρόγχο τους πάνω από τη Θεσσαλία; Ενας μόνο ακούει; Αυτός ο ένας άνθρωπος, που βάζει τα χέρια του στη θάλασσα για όλους μας, για να σώσει όσες ζωές μπορεί.
