ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέτρος Μανταίος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συγκάτοικοι σαράντα χρόνια· συνένοικοι: μεσοτοιχία τα διαμερίσματα, ένα τζαμωτό χωρίζει τις βεράντες. Πέρσι έφυγε ο σύζυγος. Φέτος αναχώρησε –όχι από τη ζωή, από το διαμέρισμα– η σύζυγος. Μόνος ένοικος πια στο διαμέρισμα, η γατούλα. Τη φροντίζουν βέβαια τα παιδιά –κόρη και γιος– προπαντός η κόρη που και κοντά μένει είναι και κόρη, πώς να το κάνουμε… Αλλά μέχρι να βρεθεί ο νέος… διάκονος η γατούλα μένει μόνη έως ολομόναχη και επειδή είναι γατούλα, καλομαθημένη και όμορφη, κατάλευκη, θέλει και την παρεούλα της.

Ετσι, όταν της τη δίνει η μοναξιά, σαλτάρει από τα κάγκελα ακροβατικά και κάνουμε παρέα. Μόνο πρόβλημα: ο φόβος μήπως την ξεχάσω στο σπίτι φεύγοντας· γι’ αυτό και, προτού φύγω, ελέγχω όλο το σπίτι, κι αν είναι μέσα, την πάω στη βεράντα· από κει ξέρει το δρόμο….

Περίπου έτσι, απρόσκλητος, εμφανίστηκε ένα βραδάκι καλοκαιριού ο Κλέφτης στο σπίτι· προσφυγικός οικισμός, πλιθόχτιστος, πλίνθοι από χώμα κι άχυρο, Αμπελόκηποι, δεκαετία του ’50. Πόρτα μισάνοιχτη, κουρτίνα για τις μύγες. Μισάνοιξε η κουρτίνα και πρόβαλε χαμηλά γκρίζο κεφαλάκι σαν… κλέφτης. Ετσι τον βαφτίσαμε Κλέφτη και τον κρατήσαμε. Αδυναμία του πατέρα. Τον περίμενε ο Κλέφτης στην πλατεία κάθε μεσημέρι που γύριζε από το μανάβικο. Οταν πέθανε ο πατέρας, το ’57, ο Κλέφτης εξαφανίστηκε. Επανήλθε μετά από μέρες. Αλλά ήταν αλλαγμένος.

Το ’60, που θα γκρέμιζαν τις παράγκες, στη μετακόμιση πήραμε και τον Κλέφτη με το φορτηγό. Με το μαρσάρισμα, έδωσε έναν σάλτο και εξαφανίστηκε δεύτερη φορά. Οταν μάθαμε, μήνες μετά, ότι γκρεμίζουν οι μπουλντόζες τις παράγκες, μέναμε και σχετικά κοντά, πήγαμε ένα-δυο φιλαράκια, να δούμε τελευταία φορά τη γειτονιά μας, προτού χαθεί από προσώπου Γης και Ιστορίας. Τα έχασα, βλέποντας ψηλά, στον τελευταίο τοίχο του σπιτιού που είχε απομείνει, το φάντασμα του Κλέφτη στον ύστατο αποχαιρετισμό φρουρού κάστρου που πέφτει. «Κλέφτη! Κλέφτη!..» φώναξα, ποτάμι τα δάκρυα. Δεν με γνώρισε…