«H μνήμη του πάγου» είναι το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας. Η λίμνη της Πρέσπας πνίγει το μέλλον. Ζούμε σε μια χερσόνησο που κατοικείται από απορρυθμισμένους ηγέτες και απορρυθμισμένη αιματοβαμμένη ιστορία. Στο υπό συζήτηση μυθιστόρημα υπάρχει ένας μικρός θεός, έκπληκτος και αμήχανος, διότι δεν πιστεύει στα όσα βλέπει και αφ’ υψηλού παρατηρεί. Η βία και ο φόβος έχουν βγει παγανιά στη λίμνη και στις όχθες της, όπου οι κάτοικοι των γύρω χωριών αγρυπνούν περιμένοντας να δουν ποιο θα είναι το επόμενο βήμα του δράκου. Ο μικρός θεός των Βαλκανίων είναι κι αυτός άβουλος, άτολμος και φοβισμένος, εγκαταλειμμένος ακόμη και από τη φύση και τους πιστούς του. Με αφορμή αυτό το μυθιστόρημα, είχα μια συζήτηση με την Μπουραζοπούλου.
● Τι σε τράβηξε στη συγγραφή, ποια ήταν τα πρώτα ερεθίσματα, πότε ήταν η πρώτη φορά που ασχολήθηκες σοβαρά με τη γραφή;
Ξεκίνησα γράφοντας θεατρικά έργα στην εφηβεία μου. Συμμετείχα σε ερασιτεχνικούς θιάσους, ονειρευόμουν να γίνω θεατρική συγγραφέας. Το πρώτο μου μυθιστόρημα το έγραψα στα τριάντα μου, πειραματικά. Βρήκα το θάρρος να το παραδώσω στο τμήμα χειρογράφων των Εκδόσεων Καστανιώτη. Εντυπωσιάστηκα που έγινε αμέσως δεκτό, δεν ένιωθα καθόλου σίγουρη ότι μπορούσα να συνεχίσω στην πεζογραφία. Επρεπε να φτάσω στο τρίτο βιβλίο, που βραβεύτηκε, συζητήθηκε, μεταφράστηκε, για να πειστώ ότι μάλλον είμαι μυθιστορηματογράφος. Το θέατρο βέβαια παραμένει ο κρυφός μου έρωτας. Το βάζω διαρκώς στα βιβλία μου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και συνήθως η πλοκή εξελίσσεται μέσα από τους διαλόγους των ηρώων. Εξακολουθώ να βασίζομαι περισσότερο στον διάλογο παρά στην αφήγηση ή τουλάχιστον γοητεύομαι περισσότερο από αυτόν.
● Πιστεύεις στην έμπνευση ή όλα είναι θέμα σκληρής δουλειάς;
Εμπνευση είναι μια δελεαστική ιδέα που γίνεται εμμονή. Κατακλυζόμαστε καθημερινά από ιδέες, εκείνη όμως που επανέρχεται επίμονα και τριβελίζει το μυαλό μας, είναι η έμπνευση. Κάπως έτσι την αντιλαμβάνομαι εγώ. Από τη στιγμή που θα αποφασίσω να την εξερευνήσω, για να δω πού θα με βγάλει, αρχίζει η σκληρή δουλειά. Ερευνα, διάβασμα, επισκέψεις σε κρίσιμους τόπους, χειρόγραφες σημειώσεις. Το πρώτο τέταρτο κάθε βιβλίου είναι Γολγοθάς. Τίποτε δεν μου αρέσει, όλα μου φαίνονται ψεύτικα, η γλώσσα νωθρή, οι λέξεις άψυχες, οι χαρακτήρες άνευροι. Περνάνε κάνα-δυο χρόνια μέχρι να ζεσταθώ, να μπω μέσα στο έργο, να δουλευτεί το κείμενο, να με πείσει.
Το δεύτερο τέταρτο του βιβλίου είναι τρόμος, εκατομμύρια εναλλακτικές. Να πάω προς τα εδώ την πλοκή ή να την φέρω από εκεί; Να βάλω έναν καινούργιο χαρακτήρα; Να συμβεί το κρίσιμο γεγονός τώρα ή να το αφήσω για αργότερα; Να επιτρέψω την αποκάλυψη ή να τη φυλάξω για την επόμενη σκηνή; Η αρχική ιδέα δίνει μόνο το πλάνο του ταξιδιού, όχι τον τρόπο για να φτάσω στον προορισμό. Μόλις το έργο γραφτεί μέχρι τα μισά συμβαίνει κάτι ανεξήγητο, χαλαρώνω. Βρίσκομαι πλέον μέσα στην ιστορία, τη ζω, έχω γνωριστεί καλά με τους χαρακτήρες, ξέρω τα σπίτια τους, τις συνήθειές τους, τις αντιδράσεις τους, τις απόψεις τους. Δεν χρειάζεται πλέον προσπάθεια, γράφω όπως αναπνέω.
Από τα μισά και μετά, το κείμενο πάει μόνο του, εγώ απλώς το παρακολουθώ και διορθώνω τη στίξη. Ολα μου τα έργα βελτιώνονται από τη μέση και μετά, γίνονται πιο ζωντανά, πιο αυθεντικά, επειδή εγώ είμαι πιο αληθινή. Το φινάλε είναι πάντα σπαρακτικό (για μένα), ο πόνος του αποχωρισμού, του αποχαιρετισμού. Τι δώρο η λογοτεχνία στη ζωή μου!
● Πώς βλέπεις τη λογοτεχνική σκηνή στη χώρα μας; Διαβάζεις Ελληνες συγγραφείς;
Ασφαλώς, έχουμε εξαιρετική σύγχρονη λογοτεχνία, αλλά δεν την πιστεύουμε και δεν την εμπιστευόμαστε, γι’ αυτό κι εκείνη δυσκολεύεται να πιστέψει στον εαυτό της. Βλέπει ότι αγνοείται από τον παγκόσμιο αναγνώστη και επανέρχεται σε ασφαλείς θεματολογίες, οικείες στον Ελληνα αναγνώστη, διστάζει να πετάξει. Δεν έχουμε μόνο καλούς πεζογράφους, καλούς αφηγητές, που τους ξέρουμε και τους διαβάζουμε πλέον όλοι, τη Ζυράννα Ζατέλη, την Ιωάννα Καρυστιάνη, τον Ισίδωρο Ζουργό, τη Ρέα Γαλανάκη, τον Χρήστο Αστερίου, αλλά υπάρχουν και ιδιαίτερες φωνές που ξεπετιούνται κάθε τόσο, όπως ο Νίκος Μάντης, ο Γιάννης Μακριδάκης, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, ο Νίκος Χρυσός, ο Δημήτρης Σωτάκης, για να αναφέρω μόνο ορισμένες από αυτές, που ανοίγουν δικό τους δρόμο, φέρνουν κάτι καινούργιο στον χώρο της έκφρασης, αλλά ακόμη κι αν μεταφραστούν στο εξωτερικό, δύσκολα θα βρουν την αναγνώριση που τους αξίζει. Ας μη χάνουμε όμως την πίστη μας στο μέλλον, η ελληνική λογοτεχνία είναι ζωντανή, παραγωγική και ως επί το πλείστον ερασιτεχνική («εραστές της τέχνης», που δεν βιοπορίζονται από τα βιβλία τους), άρα παθιασμένη. Και τα πάθη γεννούν κινήματα.
● Τι συμβουλή θα έδινες σε έναν νέο συγγραφέα που ξεκινάει σήμερα να γράφει;
Θα του συνιστούσα να διαβάσει εκείνο που του αρέσει περισσότερο και εκείνο που του ταιριάζει. Να ψάξει και να το βρει. Η ανάγνωση δεν είναι υποχρέωση, είναι απόλαυση. Η απόλαυση γεννά την επιθυμία συγγραφής. Δεν χρειάζεται να μοιάσει σε κανέναν ή να διδαχτεί από κανέναν, εκτός αν θέλει να εκπαιδευτεί, αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό, να μάθει τεχνικές. Να τις μάθει για να τις καταρρίψει και να επινοήσει δικές του. Να ονειρευτεί το μονοπάτι που δεν περπατήθηκε ακόμη και, αν τον ενθουσιάσει η ιδέα, να το ανοίξει πρώτος.
● Γράφεις κάπου στο βιβλίο σου «το ριζικό της Βαλκανικής είναι να ζει με τη σκιά της». Θέλεις να μας την κάνεις λιανά αυτή τη φράση;
Η Βαλκανική είναι το σκοτεινό υποσυνείδητο της Ευρώπης, δυσκολεύεται ακόμη να βρει τη μορφή και την ταυτότητά της. Λίγο Δύση, λίγο Ανατολή, βραδυπορούσα και αναχρονιστική, διαιρεμένη, οικονομικά αδύναμη, πολιτικά εξαρτημένη. Το μόνο που ξέρει να κάνει καλά, είναι να μαλώνει με τον εαυτό της. Η πιθανότητα να ενωθεί, ώστε να αντιμετωπίσουν οι λαοί της τα προβλήματά τους από κοινού, βελτιώνοντας έτσι και τη θέση τους στη διεθνή κοινότητα, αυξάνοντας την ισχύ τους, φαντάζει πλέον μακρινό όνειρο. Γειτονικές χώρες που τσακώνονται μεταξύ τους, επειδή τους φταίνε τα εσωτερικά τους αδιέξοδα, ή αγνοούν επιδεικτικά η μία την άλλη. Οταν αυτά που μας ενώνουν είναι πολύ περισσότερα από αυτά που μας χωρίζουν. Οταν ο μόνος τρόπος να αγαπήσουμε τον εαυτό μας είναι να αγαπήσουμε τον γείτονα που μας μοιάζει. Θα το βρούμε, δεν μπορεί, θα βρούμε τις συνδέσεις μας και θα τις αξιοποιήσουμε, ώς πότε θα μελαγχολούμε, η κάθε μία στη φαντασίωση της μοναδικότητάς της.
● Ποιο θα έλεγες ότι είναι το στοιχείο που λείπει από τον σύγχρονο άνθρωπο για να είναι ελεύθερος;
Ελευθερία είναι το να επιλέγεις τους περιορισμούς σου. Να τους σκεφτείς, να τους αξιολογήσεις και να τους επιλέξεις. Αυτή τη στιγμή τα περιθώρια επιλογών στενεύουν. Οι περιορισμοί εμφανίζονται σχηματοποιημένοι και δεδομένοι, ουσιαστικά μη διαπραγματεύσιμοι. Δεν συμμετέχεις στον σχεδιασμό τους, επειδή δεν εμπιστεύεσαι αυτούς που ζητούν τη συμμετοχή σου. Οχι άδικα, αφού ο περιορισμός έχει ήδη προαποφασιστεί και η πρόσκληση που σου απευθύνουν είναι εθιμοτυπική. Ερθεις, δεν έρθεις, θα γίνει. Κάπως έτσι μικραίνουν τα όνειρα. Κάπως έτσι παύεις να ελπίζεις σε κάτι καλύτερο και κοιτάς να τη βγάλεις. Κάπως έτσι χάνεται η ελευθερία. Στην απώλεια του νοήματός της.
● Πιστεύεις πως ο κόσμος έχει ανάγκη να σωθεί από κάτι και, αν ναι, από τι;
Θα συνεχίσω τον παραπάνω συλλογισμό. Οσο απομακρύνεται το νόημα από τις λέξεις και οι λέξεις απομένουν άδεια κελύφη, αποδυναμώνεται η ανθρώπινη επικοινωνία, αποδυναμώνεται η τέχνη, αποδυναμώνεται η σκέψη. Εχουμε επενδύσει στις λέξεις, με λέξεις πορευτήκαμε, με εκείνες οραματιστήκαμε και δέσαμε μεταξύ μας, δεν είναι απλό να τις βλέπουμε να αδειάζουν από περιεχόμενο. Οι πολιτικές συνέπειες είναι ανυπολόγιστες, απομακρυνόμαστε από την ουσία της ζωής μας, γινόμαστε ευάλωτοι και ανασφαλείς, μπερδεμένοι και πειθήνιοι. Χρειαζόμαστε μια καινούργια γλώσσα; Ισως. Η λογοτεχνία ψάχνεται, μήπως και τη βρει, είναι φανερό ότι ψάχνεται, εξάλλου είναι η πρώτη τέχνη που βάλλεται από την απουσία νοήματος των λέξεων. Ευτυχώς συνεχίζουμε να διαβάζουμε, αυτό από μόνο του θα καταλήξει σε λίγο πράξη αντίστασης.
