ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελένη Καρασαββίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την ύμνησαν ένθεοι κι άθεοι, αριστεροί και δεξιοί, δείχνοντας τη σημασία των «βαθιών» πολιτιστικών συμβόλων. Ετσι το «ελληνικό Πάσχα του καλοκαιριού», ο Δεκαπενταύγουστος, αποκαλύπτει έναν ορίζοντα τόσο πλατύ που να χωρά τον κόσμο όλο. Ομως σε ένα πλαίσιο εκκλησιαστικής διδαχής και καθηλωμένης-χειραγωγημένης σεξουαλικότητας, καθώς και φιμωμένων κοινωνικών συγκρούσεων, όπως αυτό που καθιέρωσε ο «Παυλισμός» στο πλατύ σώμα του χριστιανισμού, η Παναγιά, το Θήλυ, γίνεται πρότυπο προς μίμηση μέσα από μια μητρότητα που δεν αίρει την παρθενία.

Τη μόνη μητρότητα που εξισορροπεί τα ανισόρροπα σε ένα κλίμα έξαλλου μισογυνισμού όπως περιγράφεται στους λόγους του Καισάριου και τόσων άλλων. Τα χαρακτηριστικά της υποδειγματικής αυτής γυναίκας-μάνας (απαρέγκλιτη αφοσίωση στο τέκνο, αδιατάρακτα συναισθήματα αγάπης και άρα μη δικαίωμα να νιώσεις οτιδήποτε άλλο, μη πόνος, μη θέληση, μη κριτικός λόγος, μη δράση, απλά εγκαρτέρηση και αντοχή στην οδύνη) δεν παγιώνουν μόνο έναν άνθρωπο που έχει αρνηθεί την ανθρωπιά συμβάλλοντας σε μια βολική παθητικότητα. Βουστροφηδόν αυτή την απαρνημένη ανθρωπιά την εξυψώνει κι αυτή τη ρημαγμένη κοινωνία την ξαναστήνει. Οπως επισημαίνει η Κρίστεβα, μιλώντας για την Παναγιά ως Καλοσύνη, το «μητρικό» στοιχείο, το οποίο ο παγανισμός των λαϊκών αυτών ομάδων ιεροποιεί, «γίνεται ακριβώς το ιερό που δημιουργεί δεσμούς εκεί όπου δεν υπάρχουν».

Κι όμως, υπενθυμίζοντας την εξαιρετική πολυμορφία των τρόπων που η βαθιά μνήμη βρίσκει για να εκφραστεί, οι αρχαίες θρησκείες και οι αρχαίες θεότητες (η κρυφή πολιτισμική δυναμική της Ιστορίας) εγείρουν στη Μεσαιωνική Πελοπόννησο μια αινιγματική μορφή, δίχως πρόσωπο κάτω από το σκοτεινό της μαντίλι. Την Αγία Καλή, ριγμένη μονάχα σε ένα μοιρολόι, σαν τον μυθικό Βασιλιά της Ασίνης του Σεφέρη.

Η Αγία Καλή απαιτεί από την Παναγία να επιστρέψει στον τόπο του μαρτυρίου του παιδιού της και να απαρνηθεί την εγκαρτέρηση. «Αγια-Καλή ηπέρασε κι αυτό το λόγο λέγει: Ποιος είδε γιον εις το σταυρόν και μάνα στο τραπέζι;». Κι η Παναγιά που δεν είχε καταραστεί ούτε τους δημίους του γιου της, καταριέται παρά το πρότυπο της καλοσυνάτης αποδοχής, μόνο αυτήν: «Αντε κι εσύ, Αγια-Καλή, και δόξα να μην έχεις, άντε που να σε χτίσουνε ανάμεσα πελάους/…/μόνο το κύμα στου γιαλού την άκρη να σε δέρνει».

Ο Bouvier (1976) «αναγνωρίζει στο αινιγματικό πρόσωπο της Αγίας Καλής μια ξένη προς τον χριστιανισμό αλλά συνδεδεμένη με παλαιότατες αντιλήψεις θηλυκή μορφή, που μας οδηγεί προς την απώτερη αρχαιότητα» (Τερζοπούλου). Είναι οι διαμάχες νέων και παλιών θρησκειών και των δοξασιών τους, που μέσα από «πολύστροφους δρόμους προφορικότητας και εγγραμματοσύνης» «καταγράφουν τους κώδικες που ονοματίζουν, κατηγοριοποιούν και αντιπαραθέτουν τις διάφορες πλευρές του κόσμου και των ατομικών και συλλογικών ιστοριών που τον αποτελούν» (Moscovici). Στα σπαράγματα των αρχαίων μορφών που πελαγοδρομούν σε αυτή τη θεολογία της Μνήμης, επιβιώνει η λαλιά των ηττημένων.