Ηταν Ιούλιος του 2022 όταν ο τέως καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Δημήτρης Λιγνάδης έβγαινε από τις φυλακές Κορυδαλλού και εμφανιζόταν πρόθυμος να μιλήσει στις τηλεοπτικές κάμερες πρώτη φορά μετά τη σύλληψή του, μόλις λίγη ώρα μετά την καταδικαστική απόφαση σε βάρος του. Οι δικαστές του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου τον είχαν καταδικάσει για το κακούργημα του βιασμού δύο ανηλίκων, επιβάλλοντάς του 12ετή ποινή, χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικών, αν και η απόφασή τους να έχει αναστέλλουσα δύναμη η έφεση τον οδήγησε εκτός φυλακής μέχρι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Τότε παρουσιαζόταν σαν να έφυγε από τη φυλακή αθώος, διατρανώνοντας πως στο Εφετείο «θα δικαιωθεί πλήρως και θα αποκατασταθεί η αλήθεια», επαναλαμβάνοντας την ίδια ρητορική που ακολουθούσε και στη δικαστική αίθουσα, δηλαδή πως είχε πέσει «θύμα σκευωρίας».
Η ώρα της κρίσης για τον άλλοτε ισχυρό άντρα του θεάτρου έχει προγραμματιστεί να ξεκινήσει την ερχόμενη Δευτέρα – το νέο δικαστικό έτος κάνει ποδαρικό με τον ίδιο στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου. Ο κατηγορούμενος, έχοντας δίπλα του τον ποινικολόγο Αλέξη Κούγια, δεν θα βρεθεί ενώπιον τακτικών και λαϊκών δικαστών μόνο για τις δύο πράξεις βιασμού, για τις οποίες κρίθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία, σε βάρος δύο 17χρονων αγοριών.
Στην εξ αναβολής δίκη οι δικαστές θα κληθούν να αποφασίσουν αν ορθά το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο καταδίκασε τον Δημήτρη Λιγνάδη σε ποινή κάθειρξης 12 ετών, αφού η απόφαση του ΜΟΔ δεν προκάλεσε μόνο το κοινό περί δικαίου αίσθημα αλλά και την άμεση αντίδραση της Εισαγγελίας Εφετών, η οποία λίγες μέρες αργότερα άσκησε έφεση, που είχε δύο σκέλη: για το ύψος της ποινής που επιβλήθηκε και για την αθώωση του κατηγορούμενου σχετικά με τον βιασμό του Αλί το 2011, για τον οποίο ο Δημήτρης Λιγνάδης απαλλάχθηκε λόγω αμφιβολιών.
Ετσι, ο σκηνοθέτης θα εισέλθει στο δικαστήριο ως κατηγορούμενος για τρεις βιασμούς ανηλίκων και όχι μόνο για τους δύο για τους οποίους καταδικάστηκε, ενώ οι δικαστές θα μπορούν, εάν το κρίνουν, να επιβάλουν ποινή κάθειρξης μεγαλύτερη από αυτήν των 12 ετών, λόγω της απαξίας και της βαρύτητας των πράξεών του.
