«Με εμένα το ΠΑΣΟΚ έχει αλλάξει πίστα», είχε δηλώσει, μεταξύ άλλων, ο Νίκος Ανδρουλάκης προ ημερών σε τηλεοπτική συνέντευξή του. Η έκφραση «αλλάζω πίστα» ή «περνάω στην επόμενη πίστα» έχει γεννηθεί από τους παίκτες των βίντεο γκέιμ, αυτούς που λιώνουν με τις ώρες μπροστά σε μια οθόνη παίζοντας μετά μανίας ηλεκτρονικά παιχνίδια. Αυτά έχουν αλλεπάλληλα επίπεδα δυσκολίας, συνεπώς όταν ένας παίκτης ολοκληρώνει με επιτυχία τις προκλήσεις μιας πίστας, δηλαδή ενός συγκεκριμένου περιβάλλοντος στο παιχνίδι, και περνάει στην επόμενη και δυσκολότερη πίστα, όπου απαιτούνται ακόμα μεγαλύτερες ικανότητες για να επιβιώσει και να κατισχύσει των ψηφιακών του εχθρών, τότε δικαίως μπορεί να επαίρεται για τις αρετές του.
Αλλωστε, το «αλλάζω πίστα» μόνο για το προς τα επάνω ισχύει, σημαίνοντας πως βελτιώνομαι, τα καταφέρνω ακόμα καλύτερα από πριν. Δεν νοείται η έφραση «περνάω στην επόμενη πίστα» αρνητικά, με την έννοια του υποβιβασμού. Η διαφορά των βίντεο γκέιμ, που προσομοιώνουν φαντασιακά την πραγματικότητα με την αληθινή ζωή, είναι πως σ’ εκείνα ο παίκτης έχει συνήθως πολλές ζωές και ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξαναδοκιμάσει, ακμαίος και πάλι – κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει ούτε στη βιολογική ούτε και στην πολιτική ύπαρξή μας.
Τέλος πάντων, η λέξη «πίστα» κατέχει εξέχουσα θέση στη γλώσσα. Είναι το επίπεδο μέρος του σταδίου, δηλαδή η κονίστρα, ο στίβος. Είναι ακόμα ο συνήθως στρογγυλός και επίπεδος χώρος που προορίζεται για χορό στα κέντρα διασκέδασης. Ολες και όλοι μας έχουμε ανέβει, τουλάχιστον άπαξ, σε μια πίστα για να χορέψουμε ευπρεπώς κάνα βαλσάκι, ας πούμε, ή να ξεβιδωθούμε στο ροκ εντ ντρολ. Είναι γνωστό το «όλα τα μωρά στην πίστα!», το απόλυτο παράγγελμα στα σκυλάδικα, για να ξεχυθούν λικνιζόμενες οι αιθέριες υπάρξεις στην πίστα, συντρίβοντας θραύσματα πιάτων και γαρίφαλα κάτω από τα λαμέ τους δωδεκάποντα…
«Πίστες» λέμε επίσης τους ειδικά διαμορφωμένους χώρους για αγώνες του μηχανοκίνητου αθλητισμού, καθώς κι αυτούς που προορίζονται για προσγείωση αεροπλάνων, ή ακόμα και για χιονοδρομικές δραστηριότητες. Η πίστα είναι μια λέξη που συνδέεται με την ψυχαγωγία, το ταξίδι, την αθλητική άμιλλα – μια αληθινά ευχάριστη λέξη.
Ο όρος, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, προέρχεται από το γαλλικό «piste», με προέλευση το παλαιό ιταλικό «pista», από το μεταγενέστερο λατινικό «pistare», που σημαίνει «ποδοπατώ, κοπανίζω». Αρα, η πίστα είχε αρχικά την έννοια ενός κεντρικού χώρου, ο οποίος έχει επιπεδοποιηθεί, μάλλον για να φιλοξενήσει κάποια εορταστική εκδήλωση, και όχι κάποια γεωργική δραστηριότητα – όπως το αλώνι, ας πούμε. Το Wiktionary ετυμολογεί την πίστα (pista) από το «pesta», το ίχνος, το αποτύπωμα του ποδιού, συνδέοντας τη λέξη με το f(i)esta, την κοινωνική εκδήλωση, τη γιορτή.
«Ανέλαβα ένα ΠΑΣΟΚ που ήταν περίπου στο 8%. Σήμερα είναι στο 13%. Το ΠΑΣΟΚ έχει ρυθμίσει τα χρέη του. Εκανε ξανά οργανώσεις σε όλη την Ελλάδα. Κέρδισε τους δήμους σε πάρα πολλές πόλεις, πήρε δύο περιφέρειες με ανθρώπους που ήταν στο δικό μας ιδεολογικό πλαίσιο. Το ΠΑΣΟΚ βήμα-βήμα έχει αλλάξει πίστα», είχε συμπληρώσει στη συνέντευξή του ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.
Ομως η διεκδίκηση της προεδρίας του Κινήματος είναι ένα πολιτικό βίντεο γκέιμ με ισχυρούς ανταγωνιστές, όπως ο Χάρης Δούκας, και δύσκολες πίστες. Το σίγουρο είναι πως ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν θα κάνει περίπατο σ’ αυτές, ούτε θα τις περάσει χορεύοντας. Κι έχει μόνο μία πολιτική ζωή.
