Επί σειρά ετών το δύσμοιρο και βάναυσα κακοποιημένο ελληνικό ποδόσφαιρο έξυνε, εκνευριστικά όσο και ξεκάθαρα, τον πάτο του βαρελιού. Η υιοθέτηση της κοντόφθαλμης και αυτοκαταστροφικής άποψης «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα», ο «φαταουλισμός» και ο ανταγωνισμός που αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά τις Ενώσεις και τον έλεγχο της ΕΠΟ και του παρασκηνίου, αποτέλεσαν την κυριότερη πηγή του κακού.
Το πληρώσαμε ακριβά χρόνια ολάκερα. Από δύο ομάδες που έβγαζε η Ελλάδα στο Τσάμπιονς Λιγκ και μάλιστα απευθείας στους ομίλους στις αρχές του 2000, φτάσαμε σε απανωτά προκριματικά για έναν, τον πρωταθλητή, περί τα είκοσι χρόνια μετά. Το λες και κατήφορο. Θα πείτε, εύλογα, εδώ δεν εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία, το θαύμα αν προτιμάτε, της τότε κατάκτησης του EURO στα γήπεδα της Πορτογαλίας, άρα τι συζητάμε; Στην Ελλάδα δεν γίνεται τίποτα με πρόγραμμα. Με έναν… μαγικό τρόπο, εντούτοις, το ελληνικό ποδόσφαιρο αναγεννάται, από καιρού εις καιρόν, από τις στάχτες του. Αντιστέκεται.
Η κατάκτηση του Κόνφερενς Λιγκ από τον Ολυμπιακό και η εξαιρετική πορεία του πρωταθλητή ΠΑΟΚ στην ίδια διοργάνωση, οι δύο πιο πρόσφατες σεζόν στο ελληνικό πρωτάθλημα που ήταν καθηλωτικά συναρπαστικές και η διάθεση να πέσει χρήμα από τις διοικήσεις, παλιές (Μαρινάκης, Αλαφούζος, Σαββίδης) και νέες (Ηλιόπουλος) αποτελούν σημάδι… επιστροφής. Η Εθνική προσέλαβε τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς, κάνοντας την καλύτερη δυνατή επιλογή, και ο ανταγωνισμός των μεγάλων ομάδων της χώρας προβλέπεται πιο καυτός κι απ’ το φετινό καλοκαίρι.
