Τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη καταγράφονται θερμοκρασίες-ρεκόρ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, που ευθύνονται για τον ασυνήθιστα υψηλό αριθμό θανάτων από θερμοπληξία. Σύμφωνα με μια έρευνα που δημοσιεύτηκε αυτόν τον μήνα (στις 12 Αυγούστου) στο περιοδικό «Nature medicine», υπολογίζεται ότι πέρυσι το καλοκαίρι πέθαναν από θερμοπληξία περίπου 50 χιλιάδες άνθρωποι.
Οι σχετικές στατιστικές αναλύσεις και τα ακριβή κλινικά δεδομένα για τους θανάτους από θερμοπληξία το φετινό καλοκαίρι δεν έχουν ακόμη υπολογιστεί, ωστόσο μπορεί κάποιος να προβλέψει ότι οι αριθμοί θανάτων θα είναι εξίσου υψηλοί, αν λάβει υπόψη τις υπερβολικά υψηλές θερμοκρασίες που καταγράφτηκαν και το φετινό καλοκαίρι.
Πράγματι, σύμφωνα με τα δεδομένα του γεωσκοπικού προγράμματος «Κοπέρνικος» της Ε.Ε., που μόλις δημοσιεύτηκαν, ο φετινός Ιούλιος ήταν από τους θερμότερους μήνες που έχουν καταγραφεί, με τη μέση θερμοκρασία να είναι ελάχιστα μικρότερη από αυτήν που καταγράφηκε πέρυσι τον Ιούλιο.
Ωστόσο, φέτος, στις 22 και 23 Ιουλίου σημειώθηκαν οι πιο υψηλές θερμοκρασίες που έχουν καταγραφεί ποτέ στον πλανήτη. «Μολονότι η μέση μηνιαία θερμοκρασία τον Ιούλιο του 2024 ήταν ελαφρώς μικρότερη από την αντίστοιχη του Ιουλίου του 2023, φέτος τον Ιούλιο σημειώθηκαν θερμοκρασίες-ρεκόρ, και το 2024 ενδέχεται να είναι η θερμότερη χρονιά που έχει καταγραφεί ποτέ», όπως διευκρίνισε ο Julien Nicolas, ειδικός κλιματολόγος του προγράμματος «Κοπέρνικος».
Οι πολύ ακραίες θερμοκρασίες που καταγράφονται τα δύο τελευταία χρόνια αποτελούν μια σαφή ένδειξη ότι έχουμε ήδη φτάσει και πιθανότατα υπερβεί το όριο ασφαλείας που είχε θέσει η διεθνής συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και την υπερθέρμανση του πλανήτη. Ακόμη και ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός, αναφερόμενος σε αυτά τα ακραία φαινόμενα, υποστηρίζει ότι πρόκειται πιθανότατα για ό,τι από εδώ και πέρα θα πρέπει να θεωρείται το νέο «φυσιολογικό» στις κλιματικές συνθήκες του πλανήτη.
Το υψηλό κόστος της κλιματικής αλλαγής
Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει είναι αν οι νέες κλιματικές συνθήκες είναι συμβατές με την ανθρώπινη επιβίωση. Αν δηλαδή υπάρχει μια «ανώτερη κρίσιμη θερμοκρασία», πέρα από την οποία η ανθρώπινη επιβίωση γίνεται επισφαλής. Και υπάρχουν άραγε κάποιοι πληθυσμοί που είτε λόγω γεωγραφικής θέσης είτε λόγω οικονομικής ανάπτυξης δεν θα υποστούν τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης;
Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα που πραγματοποίησαν οι ειδικοί ερευνητές του Joint Research Centre, ενός κορυφαίου Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο αριθμός των κατοίκων στην ευρωπαϊκή ήπειρο που προβλέπεται ότι θα πεθάνουν από θερμοπληξία θα τριπλασιαστεί μέχρι το τέλος του αιώνα. Πρόκειται για την πρώτη συστηματική προσπάθεια υπολογισμού των σημερινών και πρόβλεψης των μελλοντικών θανάτων που οφείλονται στις υπερβολικά θερμές ή ψυχρές θερμοκρασίες οι οποίες καταγράφονται τα τελευταία χρόνια ειδικά στην Ευρώπη.
Οπως αποκαλύπτει αυτή η πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη που δημοσιεύτηκε πριν από οκτώ μέρες στο περιοδικό The Lancet Public Health, υπάρχουν σημαντικές διαφορές ως προς τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις ευρωπαϊκές χώρες.
Μέχρι σήμερα, οι ευρωπαϊκές περιοχές που πλήττονται περισσότερο είναι οι χώρες της Νότιας Ευρώπης και ειδικά της Μεσογείου: Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, νότια Γαλλία. Πάντως, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται, σε ολόκληρη την Ευρώπη, μια σαφής αύξηση της μέσης θερμοκρασίας, η οποία τα καλοκαίρια συνοδεύεται από αυξημένα ποσοστά των θανάτων λόγω θερμοπληξίας.
Μέχρι πριν από δύο χρόνια, στην Ευρώπη καταγράφονταν 43.729 θάνατοι κάθε χρόνο από την υπερβολική ζέστη, αριθμός που έχει ανέβει σημαντικά τα δύο τελευταία χρόνια. Αν δεν αντιστραφεί εγκαίρως η πλανητική υπερθέρμανση, τότε η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας κατά 3 βαθμούς Κελσίου ενδέχεται να οδηγήσει μέχρι το 2100 σε σταδιακή αύξηση του αριθμού των νεκρών στην Ευρώπη από 43.729 σε 128.809 νεκρούς κάθε χρόνο.
Πώς κατέληξαν σε αυτές τις καταστροφικές προβλέψεις οι ερευνητές του Joint Research Centre; Εξέτασαν όλα τα σχετικά δεδομένα από 1.368 περιοχές και 30 διαφορετικές χώρες της Ευρώπης και υπέβαλαν σε συστηματική μετα-ανάλυση αυτά τα δεδομένα. Οσο για τις προβλέψεις του αριθμού των νεκρών λόγω κλιματικών αλλαγών, αυτές βασίστηκαν σε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα πιθανής αύξησης της πλανητικής θερμοκρασίας (κατά 1,5 °C, 2 °C, 3 °C και 4 °C).
Μια αύξηση της θερμοκρασίας, σύμφωνα με τις παραπάνω τιμές, θα αποδεικνυόταν, αργά ή γρήγορα, καταστροφική γιατί θα υπερέβαινε το βιολογικό όριο αντοχής του ανθρώπινου σώματος στην αύξηση της εξωτερικής θερμοκρασίας.
Πράγματι, ως θηλαστικά η θερμοκρασία του σώματος των ανθρώπων παραμένει σχετικά σταθερή και δεν ακολουθεί τις αλλαγές της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο βρίσκονται. Κατά μέσο όρο η εσωτερική θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος κυμαίνεται μεταξύ 35 °C και 37 °C, ακόμη κι αν ένα άτομο βρίσκεται καταμεσήμερο στην παραλία το καλοκαίρι. Παρ’ όλα αυτά, η βιολογική ανοχή του σώματός μας στην αύξηση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος έχει ένα όριο το οποίο κυμαίνεται μεταξύ των 40° έως 50° Κελσίου.
