Οι άγριες μορφές των δεσποινίδων του οίκου ανοχής της οδού Ντ’ Αβινιόν, οι θηλυκοί αυτοί ιππότες της Αποκαλύψεως, μας υποβάλλουν ένα βίαιο, σκληρό προμήνυμα γι’ αυτό που θα ακολουθήσει στην ανθρώπινη ιστορία και προοικονομούν εικαστικά τον δυτικό, βάρβαρο μετα-μοντέρνο αιώνα με την ολική κατάρρευση των αστικών ψευδαισθήσεων στον «θαυμαστό» καινούργιο κόσμο.
Στον μικρό εικοστό αιώνα όλα έχουν ανατραπεί, ο άνθρωπος έχει χάσει τον άξονά του ή αυτό που θεωρούσε σαν τέτοιο.
«Εγώ είμαι ένας άλλος» θα δηλώσει εμφατικά με τη ζωή και την ποίησή του ο Αρθούρος Ρεμπό, ορίζοντας με λίγες λέξεις την καινούργια υπαρξιακή συνθήκη του νέου αποξενωμένου ανθρώπινου όντος.
Ο Ρεμπό σηματοδοτεί τον κατακερματισμένο, αποσυνάγωγο νέο κόσμο, η περιπέτεια του νέου ατομισμού έχει ήδη ξεσπάσει. Ο ίδιος ο ποιητής και ο κόσμος του είναι ένας άλλος, ένας διχασμένος άλλος.
Ο Πικάσο όμως των «δεσποινίδων» δεν είναι ένας άλλος για τον εαυτό του, είναι ο ίδιος.
Με τις εικόνες του αποδομεί την πραγματικότητα συνυφαίνοντας έναν κόσμο απελευθερωμένο από την παράδοση, αλλά μέσα στην παράδοση, κόσμο αντιφατικό, εικονοκλαστικό, κόσμο πρωτογενών αισθημάτων, ορίζοντας έτσι μια νέα ενότητα μέσα από την ανα-σύνθεση και συνύπαρξη τόσο διαφορετικών μορφών. Δεν ψάχνει, αλλά βρίσκει -όπως θα έλεγε ο ίδιος- όχι τον άλλο του εαυτό, αλλά την «άλλη αλήθεια» πέρα από το επιφανειακό, το προφανές ή το κοινότοπο.
Οι προκλητικές «Δεσποινίδες» με την κατά μέτωπο παρουσία τους μοιάζουν με τους παρατεταγμένους στη σειρά, δυνάμει καταζητούμενους εγκληματίες στα αστυνομικά τμήματα, όπου μάρτυρες μέσα από αδιαφανή τζάμια προσπαθούν να αναγνωρίσουν ανάμεσά τους τον ένοχο. Μήπως ένοχοι είναι οι ίδιοι οι μάρτυρες;
Με τις καθόλου χαριτωμένες «Δεσποινίδες» του, ο Πικάσο φέρνει έτσι στο φως την εικόνα μιας αρχέγονης κραυγής, τη βαθύτερη έκφραση ενός ψυχαναλυτικά επεξεργασμένου ανοίκειου, απελεύθερου, σκοτεινού ερωτικού σύμπαντος.
Οι «Δεσποινίδες» υποσκάπτουν κάθε γλυκερό στερεότυπο σ’ αυτό το σπίτι της απειλητικής ηδονής και χλευάζουν κάθε πιθανή ταύτιση με τα ερωτικά φετίχ και τις ρομαντικές εξιδανικεύσεις του αστικού κόσμου.
Σε ένα παραλήρημα μεταμορφώσεων, με τη συνειδητή έλλειψη κάθε μορφολογικής συνέπειας, σε μια πανδαισία μορφολογικών αντιπαραθέσεων, ο Πικάσο, μέσα από την καταλανική γλυπτική της μεγάλης ισπανικής παράδοσης και τις «πρωτόγονες» αφρικανικές μάσκες, υπερβαίνει την «κούραση» του δυτικού πολιτισμού με μια δίχως ενοχές και τύψεις περιπλάνηση στις φόρμες μιας μη αποξενωμένης τέχνης.
Η τέχνη του Πικάσο προωθεί συναρπαστικά την ανάπτυξη του πολιτισμού
Το έργο αυτό συμπυκνώνει τη μοναδική δύναμη μιας ανατρεπτικής, πρωτόγνωρης ελευθερίας. Η παράνοια του νέου βιομηχανικού, τεχνολογικού αιώνα, η προκλητική, αυτοκαταστροφική έπαρση ενός νέου ατομικισμού, η βαθιά κρίση των ανθρωπιστικών αξιών, η συνείδηση μιας πολυκερματισμένης ταυτότητας του αιώνα, καταγράφεται εδώ σαν τη μη αρμονική εικόνα ενός υπαρξιακού αδιεξόδου εκεί -και μόνο εκεί- που θα μπορούσε θεωρητικά να αρθεί αυτό το αδιέξοδο: στον χώρο του έρωτα.
Στη θέση του απειλητικά εξ-ορθολογισμένου κόσμου ο Πικάσο αντιπαραθέτει τον πρωτογενή, ενστικτώδη άνθρωπο. Ο πολιτικός Πικάσο αισθάνεται πως η κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι η ασυμβίβαστη, κριτική συνείδηση, η υπέρβαση του εργαλειοποιημένου ορθού λόγου, το ανατρεπτικό πνεύμα μιας ελευθερίας «άνευ ορίων, άνευ όρων» (Εμπειρίκος). «Πρέπει να κάνουμε την επανάσταση απέναντι στον κοινό νου» γράφει.
Τριάντα χρόνια μετά τις «δεσποινίδες» ο Πικάσο με την «Γκερνίκα» καταγγέλλει αυτόν τον κοινό νου που με την εγκληματική του ανοχή οδήγησε μεθοδευμένα στην ανείπωτη φρίκη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Για τον Πικάσο, το ανθρώπινο και καλλιτεχνικό αίτημα είναι η αναζήτηση και η διεκδίκηση της ελευθερίας ως αυτο-δέσμευση, μια ηθική και πρακτική δέσμευση για τον άνθρωπο και τις αξίες του.
Η τέχνη, μοιάζει να μας λέει, είναι έτσι κι αλλιώς δεσμευμένη. Σημασία έχει από ποια μεριά στέκεσαι. Και αυτός έχει διαλέξει μεριά. Αυτή των μεγάλων αγώνων, των μεγάλων αισθημάτων, των μεγάλων θυσιών. Ποιος θα φανταζόταν ότι εβδομήντα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ογδόντα εφτά χρόνια μετά την Γκερνίκα, θα πλανιόταν πάλι πάνω από την Ευρώπη του «δυτικού τρόπου ζωής» το φάντασμα του ολοκληρωτισμού, του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως μακάβρια φάρσα και οι αστικές ψευδαισθήσεις καταρρέουν στα χαρακώματα των μεγάλων ή μικρότερων «ανθρωπιστικών» πολέμων, τα όνειρα γίνονται εφιάλτες, όταν ο «ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα».
Στη σημερινή εποχή, στις τραγικές απάνθρωπες συγκυρίες, στο απέραντο τοπίο της φτώχειας, των ασθενειών και της ανθρώπινης εξαθλίωσης, σε αυτή τη φοβερή καμπή της Ιστορίας όπου η σχιζοφρένεια της οικονομικής βίας κυριαρχεί σε βάρος της πολιτικής και σπέρνει πολέμους, η αιματοχυσία των αμάχων, η γενοκτονία και η προκλητική περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου μοιάζουν όχι μόνο να γίνονται ανεκτά, αλλά και το χειρότερο: να γίνονται οικεία.
Η φρίκη του πολέμου στη γειτονιά μας έχει καταντήσει τηλεοπτικό θέαμα γι’ αυτούς που πάνε να τα ξορκίσουν κάνοντας ότι τα αγνοούν.
Στο μεταξύ τα πλωτά νεκροταφεία της Μεσογείου συνεχίζουν την αδιάκοπη πορεία τους φορτωμένα με τους ασθενείς και οδοιπόρους μιας αδυσώπητης μοίρας, μέσα σε βάρκες χωρίς το όνομα ελπίδα, ελπίζοντας σε μια σωτηρία απ’ αυτούς που τους δημιούργησαν τις συνθήκες του εγκληματικού ξεριζωμού τους.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε γράψει: «Είναι και παραμένει η πιο επαναστατική πράξη το να λες πάντα δυνατά αυτό που συμβαίνει».
Σήμερα για να διατηρηθούν οι εξουσίες πρέπει οι πολίτες να ζουν σε άγνοια, να αγνοούν την αλήθεια, κυρίως την αλήθεια της ίδιας τους της ζωής.
Γύρω μας, με την αλήθεια, πνίγονται και η κριτική σκέψη και η νοημοσύνη. Οι αδιαφανείς μηχανισμοί της εξουσίας είναι πρόθυμοι και ικανοί να αποσιωπούν, να πλαστογραφούν, να λογοκρίνουν την αλήθεια και να κατασκευάζουν λοβοτομημένους «ιδιώτες πολίτες». Στα χέρια τους έχουν τα μέσα μαζικής παραπληροφόρησης. Τι είναι αλήθεια πραγματικά πραγματικό;
Η τέχνη, αυτή η κοινόχρηστη αξία στην κοινωνία των ανθρώπων, δίνει τη δική της απάντηση. Είναι ένα κύριο όπλο, μια δύναμη που αντιστέκεται, όπως θα ‘λεγε και ο Πικάσο, απέναντι στη διαρκή απειλή ενός σκοτεινού απάνθρωπου παρόντος, αλλά και ενός ζοφερού μέλλοντος. «Ολα όσα προωθούν την ανάπτυξη του πολιτισμού δουλεύουν και εναντίον του πολέμου», έγραφε ο Φρόιντ.
Η τέχνη του Πικάσο προωθεί συναρπαστικά την ανάπτυξη του πολιτισμού, επαναφέροντας στην τάξη την α-ταξία της πραγματικότητας, δημιουργώντας με όρους ελευθερίας μια καινούργια τάξη του κόσμου. Ο Πικάσο καταγράφει καλλιτεχνικά μια πραγματικότητα μέσα στη «θύελλα της ιστορίας που αποκαλούμε πρόοδο», όπως γράφει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, «μια θύελλα που στοιβάζει στα πόδια μας τα συντρίμμια του κόσμου μας, εκεί που ο άγγελος της Ιστορίας βλέπει την καταστροφή, γυρίζοντας την πλάτη στο μέλλον».
Ομως ο Πικάσο, ως άγγελος της ιστορίας της τέχνης, δεν γυρίζει την πλάτη στο μέλλον. Αφουγκράζεται τον ρόγχο αυτών των δυστυχισμένων που κάτω από το γόνατο της εξουσίας δεν μπορούν να αναπνεύσουν, ακούει καθαρά το «I can’t breathe» των ποδοπατημένων, στέκεται μάχιμος και μαχόμενος αντικριστά στο μέλλον και διεκδικεί μέσα από την τέχνη του αυτό που σχεδόν έχουμε χάσει και ξε-χάσει: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ηθική ευαισθησία.
Η τέχνη του Πικάσο έχει έναν σταθερό άξονα: τη βαθιά υπόκλιση στην ανθρωπιά και έναν πολύτιμο σεβασμό στην βασανισμένη ανθρώπινη ύπαρξη.
Τελικά ποιος έφτιαξε την Γκερνίκα;
Ο Πικάσο ή τα γερμανικά αεροπλάνα και οι καθησυχασμένοι υποκριτές πολίτες του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα;
*Ομότιμος καθηγητής Ζωγραφικής ΑΣΚΤ Αθηνών
