Αντιγραφή από ημερολόγιο: «Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2024. Μια κάποια Δευτέρα… Εχω βγάλει πια από τη ζωή μου το… αναβλητικό: “από Δευτέρα…”. Υπάρχουν μέρες καλές, μέρες κακές και μέρες αδρανείς, που δεν έχουν ίσκιο ούτε φως και μένουν στα αδιάθετα υπόλοιπα· δεν αφήνουν σταλιά μνήμης, τις ξεχνάς αμέσως. Μια Δευτέρα Ιουνίου, με 26 βαθμούς, 51% υγρασία και 2 Mποφόρ ανατολικά στο Φάληρο. Μια Δευτέρα μετά από καλό ύπνο, παρά τη ζέστη…
»Στα χθεσινά, κυριακάτικα: Με κάλεσε φιλικό ζευγάρι για μεσημέρι στη “Μουριά”, στα Εξάρχεια. Βρήκα ταξί και έφτασα σε χρόνο μηδέν· άδειοι δρόμοι: από Κουμπάρη μέχρι Καλλιδρομίου μας έπιασε μόνο ένα φανάρι. Ηδη το ζευγάρι με περίμενε με τα καφεδάκια του. Καθίσαμε παρέα κοντά δυο ώρες. Κάναμε μια κουβέντα εκ βαθέων, ανθρώπινη, για τη ζωή τους, τη ζωή μου, τη γνωριμία τους, τη γυναίκα μου, τις πολιτικές διαδρομές μας, τα θέλω (ήθελα), τα πρέπει (έπρεπε), τους φόβους μας· σταθεροί αυτοί οι τελευταίοι, παντός καιρού. Ηπιαμε από δύο τσίπουρα. Με γύρισαν στο σπίτι με το αμάξι τους. Κατευχαριστημένοι και οι τρεις· η γυναίκα, και συγκινημένη!
»Στο αμάξι –άδεια η Αθήνα– το έφερε ο λόγος και σ’ αυτήν. Που τη σπούδασαν, εκπαιδευτικά και κοινωνικά, και οι δύο: εκπαιδευτικοί εξ επαρχίας· Αργολίδα με Αρτα. Γι’ αυτή την αίσθηση πληθωρικής ελευθερίας που ένιωσαν με το που πάτησαν στην πρωτεύουσα, μέσα στην ασφάλεια της ανωνυμίας, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα στο χωριό ή σε κάποια συνοικία επαρχιακής πόλης.
»Ολοι μου οι φίλοι και οι φίλες, που… μετανάστευσαν στην Αθήνα από την επαρχία –χωριά, κωμοπόλεις, πόλεις–, όλοι, χωρίς εξαίρεση, μου έχουν μιλήσει γι’ αυτή την απόλυτη “αίσθηση ελευθερίας, που εσύ, σαν Αθηναίος, ποτέ δεν θα την καταλάβεις!..”. Κι έχουν δίκιο! Αλλο το “κατανοώ” κι άλλο το “καταλαβαίνω”, το “νιώθω”, το “συμμερίζομαι”. Εδώ δεν έχει θέση η… ενσυναίσθηση…».
