Tην απόρριψη των ενστάσεων των κατηγορουμένων, που είχαν αθωωθεί σε πρώτο βαθμό στη δίκη για το Μάτι, προχώρησε το εφετείο, ακολουθώντας την πρόταση της εισαγγελέως της έδρας, η οποία ζητούσε να γίνει δεκτή η εισαγγελική έφεση και να καθίσουν στο σκαμνί και οι 21 κατηγορούμενοι, όπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Στη συνέχεια, στο δικαστήριο κατέθεσε ένας άνδρας από την Πολωνία, που έχασε στη φωτιά τη σύζυγο και τον εννιάχρονο γιο του. «Κάποια στιγμή είδα τη γυναίκα και τον γιο μου μέσα σε μια βάρκα και ήμουν σίγουρος πως θα τους δω στην Ραφήνα. Πως θα είναι ασφαλείς! Έμαθα πως η βάρκα ανατράπηκε και πως κολυμπούσαν ώρες να σωθούν. Την επόμενη ημέρα, είδα τις σορούς τους στο λιμάνι της Ραφήνας» είπε ο μάρτυρας και ξέσπασε λέγοντας πως δεν υπήρχε βοήθεια από πουθενά.
«Δεν υπήρχε κανείς αρμόδιος να βοηθήσει! Ούτε από την Πυροσβεστική, ούτε από την Αστυνομία, ούτε από τον Δήμο και οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου μας έλεγαν να μην ανησυχούμε, γιατί για να πετάει μόνο ένα αεροπλάνο, θα είναι κάποια φωτιά στο βουνό! Βγαίνοντας από το ξενοδοχείο ήταν σαν πόλεμος. Ένα τοίχος φωτιάς γύρω μας!», συμπλήρωσε
«Έχασα τους δικούς μου και τους είδα αργότερα να μπαίνουν σε μια βάρκα. Η γυναίκα μου φώναζε να μπω στη βάρκα, αλλά φοβήθηκα μήπως από το βάρος ανατραπεί. Ήμουν σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά, Ήμουν ευτυχισμένος που εκείνοι ήταν ασφαλείς. Εγώ έμεινα στην παραλία με άλλους ανθρώπους, ακούγονταν κραυγές, καίγονταν φοίνικες, ακούγαμε εκρήξεις, ανθρώπους που καίγονταν», είπε δακρυσμένος.
«Η ζωή μου σταμάτησε το βράδυ της φωτιάς. Δεν μπορώ πια να κοιμηθώ, να δουλέψω, περιμένω μόνο την απόφαση της Δικαιοσύνης. Δεν έχω άλλο σκοπό στην ζωή μου. Περιμένω το δικαστήριο σας να κρίνει πως αυτό ήταν ένα κακούργημα και όχι μια αμέλεια», είπε κλείνοντας την κατάθεση του.
Ακολούθησε η κατάθεση της Βασιλικής Κούκλα, που έχασε τους γονείς της στη φωτιά. «Έπαιρνα στην πυροσβεστική, αλλά δεν έβρισκα κανέναν! Μίλησα με το τοπικό Τμήμα Παλλήνης για να ζητήσω βοήθεια για τους γονείς μου και μου είπαν ότι θα επιληφθούν. Περίμεναν την βοήθεια από την Πυροσβεστική που δεν πήγε ποτέ. Τους ψάχναμε στη Ραφήνα. Δεν τους βρήκαμε. Στις πέντε τα ξημερώματα, μας τηλεφώνησαν από την Αστυνομία και είπαν πως στο σπίτι δε βρήκαν τίποτα. Στις εννέα το πρωί, ο ξάδελφος μου μου είπε πως μας ψάχνει η Πυροσβεστική, γιατί βρήκαν τους γονείς μου απανθρακωμένους στην κουζίνα και πως πρέπει να πάω να υπογράψω. Και το πριν και το κατά τη διάρκεια και το μετά ήταν χωρίς κανέναν σεβασμό σε κανέναν μας. Δεν λειτούργησε τίποτε».
