ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Καπόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές στη Γαλλία μεταξύ άλλων θα κριθεί η αντοχή της ξεθωριασμένης σήμερα διαχωριστικής γραμμής μεταξύ Δεξιάς και Ακροδεξιάς.

Η διαχωριστική γραμμή χαράχθηκε δύο φορές με αίμα, το 1940 και το 1958.

Το 1940, όταν η Πατριωτική Δεξιά υπό την ηγεσία του Ντε Γκολ ήλθε σε ρήξη με την κατοχική κυβέρνηση Πετέν την οποία στήριζαν όλες οι φασιστικές οργανώσεις που άνθησαν στη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Το 1958, ο Ντε Γκολ επανήλθε στην εξουσία και συγκρούστηκε μετωπικά με την ακροδεξιά οργάνωση OAS που ιδρύθηκε στις ένοπλες δυνάμεις για να εμποδίσει την κυβέρνηση να παραχωρήσει ανεξαρτησία στην Αλγερία.

Ο ΟΑS οργάνωσε δύο απόπειρες πραξικοπήματος και τέσσερις απόπειρες δολοφονίας του Ντε Γκολ.

Από τότε μέχρι και το 2007, η διαχωριστική γραμμή Δεξιάς-Ακροδεξιάς ήταν μια δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα της γαλλικής πολιτικής σκηνής.

Την παράδοση αυτή την έσπασε ο Σαρκοζί το 2007, όταν υιοθέτησε τη θεματική και τη ρητορική του Εθνικού Μετώπου του Λεπέν, διεμβολίζοντας την εκλογική βάση της Ακροδεξιάς.

Οι παραδοσιακοί διάδοχοι του Ντε Γκολ στην ηγεσία της Δεξιάς, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Σιράκ, θεωρούσαν ότι πρέπει να τίθενται σε ευρωπαϊκή καραντίνα οι χώρες στις οποίες κυβερνά ή συγκυβερνά ή έστω μετέχει στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία η άκρα Δεξιά.

Η σκληρή στάση απέναντι στην Ακροδεξιά άρχισε να ραγίζει το 1994, όταν σχηματίσηκε η πρώτη κυβέρνηση Μπερλουσκόνι με εταίρους τον ακροδεξιό ρατσιστή Μπόσι και τον κατά δήλωσή του «μεταφασίστα» Φίνι.

Η τελευταία προσπάθεια απομόνωσης της Ακροδεξιάς έγινε το 2000 από τον Σιράκ, όταν η Ακροδεξιά στην Αυστρία έγινε κυβερνητικός εταίρος.

Σήμερα η Μελόνι, από τη στιγμή που αποδέχθηκε τη συμμόρφωση της Ιταλίας με το δημοσιονομικό πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας, όχι μόνο θεωρείται μέρος της ευρωπαϊκής κανονικότητας, αλλά μεσολαβεί για την αποδοχή της Λεπέν από την Ε.Ε. ως κανονικότητας.

Αλλωστε, στα παραπάνω δεν υπάρχει κάτι καινούργιο.

Ο Μουσολίνι το 1922 και ο Χίτλερ το 1933 πήραν ψήφο εμπιστοσύνης από τα Κοινοβούλια των χωρών τους με την παραδοσιακή Δεξιά να προσδοκά τη γρήγορη φθορά τους από την άσκηση της εξουσίας.