«Η λαμαρίνα!… η λαμαρίνα όλα τα σβήνει / Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μια ζώνη», έγραφε ο Νίκος Καββαδίας στο ποίημα, από τη συλλογή «Πούσι», που πήρε το όνομά του από το θερμό θαλάσσιο ρεύμα του Βόρειου Ειρηνικού, το Κούρο Σίβο.
Τη θυμηθήκαμε αυτή την ποιητική λαμαρίνα με τα πρόσφατα γεγονότα στην πλατεία Εξαρχείων, όταν οι λαμαρίνες που εδώ και χρόνια περιβάλλουν το εργοτάξιο του μετρό αίφνης και απροειδοποιήτως διεστάλησαν, κλέβοντας τον έτσι κι αλλιώς λιγοστό ζωτικό χώρο των κατοίκων, αφήνοντάς τους μόνο κάποιες στενές διόδους, όπου ναι μεν δεν χρειάζεται να ρουφήξουν το στομάχι τους για να περάσουν, αλλά ασθενοφόρο, ας πούμε, δεν χωράει, αν ο μη γένοιτο πάθει κάποιος τίποτα, ή αν συμβεί κάποια φυσική καταστροφή, όπως ένας σεισμός. Ας μη μιλήσουμε για καμιά πυρκαγιά ή άλλη κατάσταση ανάγκης – από πού θα περάσουν οι αντλίες;
Ο ελεύθερος χώρος που παραχωρούν πλέον οι λαμαρίνες στην πλατεία είναι όσος ακριβώς χρειάζεται για να μετακινούνται οι πάνοπλες διμοιρίες του Στρατού Κατοχής που φυλάσσουν άγρυπνα το εργοτάξιο, κάνοντάς το να μοιάζει με φυλακή ή στρατόπεδο, κάπως σαν Τάγμα Ανεπιθυμήτων. Βλέπεις όλους αυτούς τους πολυάριθμους βλοσυρούς αστυνομικούς και σου φαίνεται πως βρίσκονται εκεί όχι μόνο για να προστατεύουν το εργοτάξιο του μετρό, αλλά και για να συσφίγξουν έναν κατασταλτικό κλοιό γύρω από τους άτυχους Εξαρχειώτες, έναν κλοιό σαν ζώνη, κάπως σαν το Κούρο Σίβο του ποιητή.
Ο πεζόδρομος της Θεμιστοκλέους έχει συμπιεστεί, έχει γίνει κάπως σαν πεζομονοπάτι, η Στουρνάρη, συρρικνωμένη, έχει χώρο μόνο για ένα αυτοκίνητο, κι όχι και πολύ μεγάλο, ενώ η Τρικούπη είναι κι εκείνη κατειλημμένη από αυτό το Τείχος του (Λαμαρινένιου) Αίσχους, που θα έπρεπε να βάλουν τη φωτογραφία του στα λεξικά ως ορισμό της λέξης «ψυχοπλάκωμα».
Η λαμαρίνα λοιπόν… μια παράξενη, κοφτερή, αν και εύηχη λέξη. Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας την ορίζει ως «λεπτό έλασμα από σίδηρο που κατασκευάζεται βιομηχανικά από συμπίεση της πρώτης ύλης και χρησιμεύει στην εξωτερική κάλυψη ή θωράκιση», π.χ. οι λαμαρίνες του αυτοκινήτου ή του πλοίου. Επίσης, «λαμαρίνα» είναι και το μεγάλο ταψί με χαμηλό χείλος – λέμε πως βάλαμε στον φούρνο τις λαμαρίνες με τα κουλουράκια, ενώ «δαγκώνω τη λαμαρίνα» σημαίνει ερωτεύομαι τρελά, με την έννοια πως πέφτω κάτω και δαγκώνω, τρελός από πόθο, τη λαμαρίνα, δηλαδή το κατάστρωμα του καραβιού, κατά μία εκδοχή. Είναι ενδιαφέρουσα η ετυμολογία της λέξης: η λαμαρίνα είναι ένα αντιδάνειο, καθώς μας έρχεται από το βενετικό lamarin, υποκοριστικό του ιταλικού lamiera (έλασμα), που κι αυτό κατάγεται από το λατινικό lamma/lamina, που είναι η γνωστή μας λάμα, δηλαδή η λεπίδα, από το αρχαιοελληνικό «ελαμένη» (μετοχή του «ελαύνω») που σημαίνει τη μικρή μεταλλική πλάκα, το έλασμα!
Ολα τα σβήνει λοιπόν αυτή η λαμαρίνα, όλες τις φωνές διαμαρτυρίας, όλες τις αντιρρήσεις, διότι δεν είναι κάποια τυχαία λαμαρίνα, είναι μια πολύτιμη λαμαρίνα, το σήμα κατατεθέν του εξωραϊσμού, του gentrification, όπως καλείται πλέον το αναγκαστικό λίφτινγκ μιας ιστορικής γειτονιάς σαν τα Εξάρχεια, όπου η αλλοίωση της ελευθεριάζουσας φυσιογνωμίας της θα είναι ο σμπάρος που θα σκοτώσει δυο τρυγόνια: το Καθεστώς, με όχημα το μετρό (κυριολεκτικά και μεταφορικά), εμ θα εξουδετερώσει μια φωλεά αντιφρονούντων, εμ θα τα κονομήσει από την εμπορική αξιοποίησή της…
