Οι αγώνες για τη μνήμη του Πατρόκλου έλαβαν τέλος και όλοι πήγαν στις θέσεις τους κοντά στα πλοία για φαγητό και ξεκούραση. Ο Αχιλλέας δεν είχε ύπνο καθώς η σκέψη του ήταν στον αδελφικό του φίλο Πάτροκλο. Δάκρυα του ερχόταν αντί για ύπνο. Σκεφτόταν όλα όσα είχαν περάσει με το φίλο του και καλά και άσχημα και περιπέτειες και γιορτές και πόλεμο και ειρήνη και ταξίδια σε στεριές και θάλασσες.. Στριφογύριζε στο κρεβάτι του μα ύπνος δεν ερχόταν. Βγήκε στο ακρογιάλι και περίμενε της ροδόχρωμης αυγούλας το πρώτο φως. Μόλις έφεξε λίγο ανέβηκε στο άρμα του και σέρνοντας τον άμοιρο Έκτορα τρεις φορές γύρω από το μνημείο του Πατρόκλου ησύχασε και πήγε στη σκηνή του να ξαποστάσει. Ο Απόλλων φρόντιζε το νεκρό σώμα του Έκτορα να διατηρείται χωρίς μώλωπες, τραύματα και κακουχίες. Τον κάλυπτε με χρυσή αιγίδα για απόλυτη προστασία. Κάποιοι θεοί χολώθηκαν με την συμπεριφορά του Αχιλλέα και παρακινούσαν τον Ερμή, τον θεό της κλοπής να πάει να κλέψει το νεκρό σώμα του Έκτορα. Η Ήρα όμως αντιδρούσε σ` αυτό το σχέδιο και μαζί της είχε την Αθηνά και τον Ποσειδώνα που πάντα μισούσαν τους Τρώες και την Τροία, τον Πρίαμο και τον Πάρη που στάθηκε αιτία γι αυτόν τον ανδροφάγο πόλεμο. Ο Πάρις είχε επιλέξει ως ομορφότερη θεά την Αφροδίτη και όχι την Ήρα ή την Αθηνά. Η θεά του έρωτα Αφροδίτη έγινε προξενήτρα στον ολέθριο έρωτα του Πάρη και της Ωραίας Ελένης κι έτσι άρχισαν τα δεινά του φριχτού πολέμου.
Στη δωδέκατη μέρα μετά τον θάνατο του Έκτορα ο Φοίβος Απόλλων μίλησε θυμωμένος στη σύναξη των θεών: «Οι πράξεις σας είναι κακές, λυπάμαι που το λέω. Τόσες θυσίες πρόσφερε ο Έκτορας σαν ζούσε. Όλα τα λησμονήσατε κι αφήσατε τον άνδρα στο μένος και στην απονιά του άκαρδου Πηλείδη; Πρέπει να βοηθήσετε να φτάσει αυτός στην Τροία να τον τιμήσουν συγγενείς και όλοι οι πολίτες. Το σώμα του να κάψουνε όπως ορίζει η τάξη και έπειτα να τον θάψουνε. Να στήσουνε μέγα, λαμπρό, υπέροχο μνημείο. Μνημείο μνήμης άσβεστης για τον μεγάλο Τρώα. Λυπάμαι μα χαρίζεσθε στον μοχθηρό Αχιλλέα που έχει άσπλαχνη καρδιά και πνεύμα σαλεμένο. Σαν το θηρίο φέρεται σαν άγριο λιοντάρι που χύνεται στα πρόβατα να τα κατασπαράξει. Έτσι και ο Πηλείδης απ` την ψυχή του έχασε καθ` έλεος και σέβας. Χάνει η μάνα το παιδί κι ο φίλος χάνει φίλο, ο αδελφός τον αδελφό, πατέρας τον υγιό του. Πολύ μεγάλος καημός. Κι όμως αφού τον κλάψουν, στερεύουνε τα δάκρυα κι οι Μοίρες διαμοιράζουν την θεία την υπομονή στους άμοιρους ανθρώπους.
Ω` 50 Δε χόρτασε εκδίκηση ο άκαρδος Πηλείδης και σέρνει τ` άψυχο κορμί γύρω από τον τάφο. Πρέπει κάτι να κάνουμε όλοι οι θεοί του Ολύμπου.».
Η Ήρα απάντησε σκληρά στον Φοίβο τον τοξότη: « Απόλλωνα με τ` ασημένια βέλη τι λόγια ειν` αυτά που λες; Δε γίνεται ο Έκτορας και ο τρανός Πηλείδης να έχουν ίση κι όμοια αντιμετώπιση από τους θεούς. Ο Έκτορας ήταν θνητός και θνητή γυναίκα τον θήλασε. Ο Αχιλλέας είναι γιος θεάς που εγώ έδωσα γυναίκα στον βασιλιά Πηλέα. Όλοι οι θεοί βρεθήκαμε στο γάμο του Πηλέα κι ήσουν κι εσύ Απόλλωνα με τη γλυκιά κιθάρα.».
Μετά την Ήρα μίλησε ο Δίας: « Ήρα μην οργίζεσαι τόσο. Δεν πρόκειται ο Αχιλλέας και ο Έκτορας να κριθούν με τα ίδια κριτήρια. Όμως ο Έκτωρ ήταν πολύ αγαπητός στους θεούς όσο κανείς από τους Τρώες. Ποτέ δεν παρέλειψε σπονδές και θυσίες στο βωμό μου. Δε γίνεται να κλέψουμε το πτώμα του Έκτορα. Η Θεά Θέτις θα το αντιληφθεί αμέσως αφού είναι πάντα στο πλάι του γιου της Αχιλλέα. Προσκαλέστε εδώ την Θέτιδα κι εγώ θα τη δασκαλέψω τι πρέπει να πράξει ώστε να δεχτεί ο Αχιλλέας να πάψει να βεβηλώνει το άψυχο σώμα του Έκτορα αφού δεχτεί τις προσφορές του βασιλιά Πριάμου.».
Η φτεροπόδαρη Ίρις έσπευσε να προσκαλέσει την Θέτιδα. Τη βρήκε σε θαλασσινή σπηλιά στα βάθη του πελάγους ανάμεσα στην Ίμβρο και στη Σάμο. Ήταν με τις άλλες Νηρηίδες και έκλαιγαν για τη μαύρη Μοίρα του Αχιλλέα.
Η Ίριδα της μίλησε: « Θέτιδα σεβαστή θεά ο Δίας σε ζητάει που αθάνατα βουλεύματα έχει στο νου του μέσα.».
«Έρχομαι Ίριδα καλή να δω τι θέλει ο Δίας.».
Η θεά καλύφθηκε με κατάμαυρο αμβρόσιο φόρεμα και ακολούθησε την αγγελιοφόρο φτερωτή Ίριδα στην κορυφή του Ολύμπου. Εκεί βρήκαν όλους τους θεούς σε σύναξη με αρχηγό τον Δία.
Ω` 100. Η θεά Αθηνά παραχώρησε το θρόνο της στην Θέτιδα. Η Ήρα της πρόσφερε χρυσό ποτήρι και αφού ήπιε και ευφράνθηκε το έδωσε πάλι στην Ήρα.
Ο Δίας άρχισε να μιλά στη συγκέντρωση των θεών: «Θέτιδα γνωρίζω τη θλίψη που έχεις στην καρδιά σου για τη Μοίρα του γιου σου Αχιλλέα. Από τότε που σκότωσε τον Έκτορα οι θεοί βρίσκονται σε αναταραχή και έχουν έριδα μεταξύ τους. Σκέφτηκαν να στείλουν τον θεό των κλεπτών Ερμή να κλέψει το άψυχο σώμα του Έκτορα για να πάψει πλέον να το βεβηλώνει ο γιος σου Αχιλλέας. Θέλω να με ακούσεις και να μεταφέρεις τις βουλές μου στο γιο σου. Είμαι πολύ πικραμένος με τη συμπεριφορά του. Κρατά με τόσο μένος τον Έκτορα. Ελπίζω να σεβαστεί τη βουλή μου και να δώσει το σώμα του Έκτορα στον Πρίαμο. Με την Ίριδα θα μηνύσω στον βασιλιά Πρίαμο τι ακριβώς πρέπει να πράξει. Θα του πω ότι πρέπει να πάει να ικετεύσει τον Αχιλλέα με πολλά και πλούσια δώρα. Να μαλακώσει λίγο ο σκληρόκαρδος γιος σου και να δώσει, όπως ορίζει ο νόμος των νεκρών, το κορμί του Έκτορα στον κύρη του το βασιλιά Πρίαμο.».
Η Θέτιδα συμφώνησε με το λόγο του Δία και πέταξε στη στιγμή στο ακρογιάλι της Τροίας στη σκηνή του Πηλείδη που έκλαιγε γοερά. Οι σύντροφοι του είχαν σφάξει ένα μεγάλο αρνί και ετοίμαζαν γεύμα. Ή Θέτις είπε: «Ως πότε Αχιλλέα μου θα κλαις και θα κτυπιέσαι και ύπνος δε σε πιάνει πια ούτε φαγί λιγώνεις; Σου τόχω πει πολλές φορές, η ώρα σου σιμώνει, που στα παλάτια τα βαθιά θα κατεβείς του Άδη. Έρχομαι απ` τον Όλυμπο, τα Ολύμπια παλάτια και μήνυμα σου φέρνω εγώ απ` τον τρανό το Δία. Να πάψεις πλέον να θρηνείς, να πάψει ο θυμός σου και το κορμί το άψυχο να δώσεις στους γονείς του. Τα δώρα όλα να δεχτείς που εκείνοι θα προσφέρουν.».
Ο Αχιλλεύς απάντησε στη μάνα του και είπε: «Αφού ο Δίας πρόσταξε εγώ θα υπακούσω. Να φέρουνε τα δώρα τους να δώσω εγώ το πτώμα.».
Ο Δίας είπε στην Ίριδα να πάει μήνυμα στον Πρίαμο. «Πήγαινε Ίριδα και πες του σεβαστού Πριάμου στο ακρογιάλι να διαβεί να βρει τον Αχιλλέα. Δώρα πολλά να κουβαλά να δώσει του Πηλείδη να του ζεστάνει την καρδιά και πίσω να του δώσει του Έκτορα του ακριβού το άψυχο κορμί του. Μόνος να πάει να του πεις. Έναν ας έχει κήρυκα μαζί του, όμως γέρο, ηνίοχο στο άρμα του ο βασιλιάς της Τροίας.
Ω` 150. Αυτός ο ηλικιωμένος συνοδός του Πριάμου θα μεταφέρει το άψυχο σώμα του Έκτορα στην Τροία. Να πεις στον Πρίαμο να μη φοβηθεί τον Αχιλλέα. Κοντά του θα έχω προστάτη του, τον Ερμή. Ο Αχιλλέας θα σεβαστεί ένα γέροντα ικέτη.».
Η φτεροπόδαρη Ίριδα έφτασε στη στιγμή στο ανάκτορο του Πριάμου που σκεπασμένος εντελώς με τη χλαμύδα του θρηνούσε. Είχε σκεπάσει το κεφάλι του με χώμα που είχε γίνει μαύρη λάσπη με τα δάκρυα του. Γύρω του τα παιδιά του θρηνούσαν κι αυτά. Οι κόρες, οι νύφες κλαίγανε γοερά θρηνώντας τον Έκτορα αλλά και τόσους Τρώες συγγενείς τους που είχαν σκοτώσει οι Έλληνες. Η Ίριδα είπε στον Πρίαμο: « Βασιλιά Πρίαμε έρχομαι απεσταλμένη του Διός να σου φέρω μήνυμα παρηγορητικό γιατί σε συμπόνεσε και σε λυπάται για τον χαμό του γιου σου Έκτορα και κυρίως που δεν έχετε το άψυχο κορμί του να κάνετε όσα ορίζουν οι νόμοι για τους νεκρούς. Σου παραγγέλλει να πας ικέτης στον Πηλείδη με δώρα πάμπολλα ακριβά για να εξαγοράσεις το σώμα του Έκτορα. Να έχεις μαζί σου μόνο έναν ηνίοχο που θα μεταφέρει στο άρμα τον νεκρό στην Τροία. Μη φοβηθείς γιατί ο Δίας θα σου έχει συμπαραστάτη τον Ερμή. Ο Αχιλλέας θα σεβαστεί ένα γέροντα ικέτη.».
Αμέσως ο βασιλιάς Πρίαμος διέταξε να ετοιμάσουν τη βασιλική άμαξα. Εκείνος με τη βασίλισσα Εκάβη κατέβηκαν στο θησαυροφυλάκιο με το ψηλό ταβάνι κατασκευασμένο από ξύλα κέδρου. Είπε στη σύζυγο του: « Εκάβη μου βαριόμοιρη ο Δίας μου μηνάει να πάρω δώρα ακριβά ικέτης για να πάω στον Αχιλλέα τον σκληρό, τον άκαρδο Πηλείδη. Να πάρω το αγόρι μας στην Τροία να το φέρω πυρά και τάφο να `χει αυτός όπως ορίζει η τάξη. Και μόνος μου το σκέφτηκα να πάω να τον φέρω. Πες μου κι εσύ τη γνώμη σου χαροκαμένη Εκάβη.».
Ω` 200 Η βασίλισσα απάντησε με γοερούς θρήνους: « Πρίαμε ξεμωράθηκες και θέλεις να πεθάνεις; Στον άσπλαχνο που σκότωσε τόσα πολλά παιδιά σου και τον υγιό μας Έκτορα σέρνει νεκρό στο χώμα ζητάς να παρουσιαστείς; Μα θε να σε σκοτώσει γιατί το μίσος κι ο θυμός ακόμα τον ορίζει. Μακάρι να `μουν όρνιο να του `τρωγα τα σκότια του άκαρδου του φοβερού του τρομερού Πηλείδη. Δε συμφωνώ ω Πρίαμε να πας σ` αυτόν ικέτης.».
Ο Πρίαμος της απάντησε: « Θέλω να πάω Εκάβη μου και γνώμη δεν θ` αλλάξω. Μου μήνυσε ο αρχηγός ο Δίας ο Κρονίδης. Αν με παρότρυνε θνητός ακόμα κι ιερέας, μάντης ή θυοσκόος (1) πολύ θα το σκεφτόμουνα. Μα τώρα δα μου μίλησε μία θεά μεγάλη που έστειλε ο μέγας Ζευς πρόσταγμα να μου δώσει.
(1) θυοσ-κόος, -ου, ὁ (κέω=καίω), ο ιερέας που προσφέρει θυσίες.
Ω` 220 εἰ μὲν γάρ τίς μ’ ἄλλος ἐπιχθονίων ἐκέλευεν,
ἢ οἳ μάντιές εἰσι θυοσκόοι ἢ ἱερῆες,
ψεῦδός κεν φαῖμεν καὶ νοσφιζοίμεθα μᾶλλον·
Μα αν το θέλει η Μοίρα μου, αγαπημένη Εκάβη, ας πάρει και τη ζήση μου ο τρομερός Πηλείδης αφού αγκαλιάσω τ` άτυχο και άμοιρο παιδί μου.».
Ο Πρίαμος πήρε από το θησαυροφυλάκιο: Δώδεκα λαμπρούς λεπτεπίλεπτους αραχνοϋφασμένους πέπλους. Δώδεκα βαριές χλαίνες, δώδεκα πυκνοϋφασμένα χαλιά, δώδεκα επανωφόρια, δώδεκα χιτώνες και δέκα τάλαντα χρυσό που άστραφταν σαν ήλιος. Πήρε ακόμα τέσσερις λέβητες και δύο μεγάλους τρίποδες. Πήρε ακόμα κι ένα κύπελλο χρυσό που του είχαν δωρίσει οι Θράκες όταν βρέθηκε εκεί πρεσβευτής – απεσταλμένος.
Ο Πρίαμος έδιωξε όλους τους Τρώες που ήταν δίπλα του από περιέργεια λέγοντας τους: « Πηγαίνετε στα σπίτια σας, εμένα βρήκε ο πόνος που έχασα τον Έκτορα και ίσως και την Τροία. Αχ να μην είμαι ζωντανός να δω εγώ την Τροία να την αλώνουν οι εχθροί και να την ερημώνουν.».
Με το σκήπτρο του απώθησε βίαια τους παρείσακτους ενώ κάλεσε τα εννιά αγόρια του που είχαν μείνει ζωντανά. Ω` 250. Κάλεσε τον Έλενο, τον Πάρη, τον Αγάθωνα, Πάμμωνα, Αντίφονο, Πολίτη, Δηίφοβο, Ιππόθοο και Δίο. Τους είπε: «Γιατί δε με βοηθάτε παιδιά μου; Αχ μακάρι εσείς όλοι να είσαστε σκοτωμένοι στα πλοία των Αχαιών αντί του λαμπρού Έκτορα. Όλοι μου οι γιοι που θα δόξαζαν την Τροία είναι θύματα αυτού του πολέμου: Ο Τρωίλος ο ιππιοχάρμης (ἱππιο-χάρμης, αυτός που πολεμά από άρμα), ο αντίθεος Μήστωρ και ο θεϊκός Έκτωρ. Αχ όλους τους αφάνισε ο πόλεμος κι ο Άρης που τους πολέμους κυβερνά και είναι ο θεός τους. Οι γιοι που μου απέμειναν είναι χορευταράδες, κλέφτες και ψεύτες, ανάξιοι για πόλεμο και μάχες. Πάρτε όλους τους θησαυρούς και βάλτε τους στο άρμα και ζέψατε τα άλογα. Βιάζομαι για να φύγω.».
Οι γιοι του Πρίαμου έσπευσαν να ζέψουν τους ημιόνους με μεγάλη άμαξα και φόρτωσαν με βιάση τα δώρα που επέλεξε ο πατέρας τους για τον Αχιλλέα. Μετά ετοίμασαν τα άλογα του Πρίαμου που ο ίδιος είχε μεγαλώσει και εκπαιδεύσει.
Η Εκάβη πλησίασε μ` ένα χρυσό κύπελλο γεμάτο γλυκό κρασί για τις σπονδές. Το έδωσε στον Πρίαμο λέγοντας του: « Πρίαμε κάνε μια σπονδή ο Δίας να σ` ακούσει, να σε φυλάξει μη χαθείς απ` του εχθρού το χέρι. Ζήτα του, που μας θωρεί απ` την κορφή της Ίδης, να στείλει μέγα οιωνό το αγαπητό πουλί του τον όμορφο χρυσαετό δεξιά σου να πετάει και να σε πάει ως εκεί που είναι ο Αχιλλέας. Αν ο Κρονίδης αρνηθεί τον αητό να πέψει εγώ θα σε συμβούλευα, όσο και να το θέλεις να μην κινήσεις για να πας στα πλοία των Ελλήνων.». Ο Πρίαμος απάντησε, ο βασιλιάς της Τροίας: Ω` 300 «Θα πράξω όπως το ζητάς αγαπητή Εκάβη. Τα χέρια ας σηκώσουμε για προσευχή στον Δία». Ζήτησε αμέσως από την οικονόμο να φέρει αμόλυντο, αμίαντο νερό σε κανάτα και λεκάνη για να καθαρίσουν και να εξαγνίσουν τα χέρια τους.
Ω` 302 Ἦ ῥα καὶ ἀμφίπολον ταμίην ὄτρυν’ ὃ γεραιὸς
χερσὶν ὕδωρ ἐπιχεῦαι ἀκήρατον·
ἣ δὲ παρέστη
χέρνιβον ἀμφίπολος πρόχοόν θ’ ἅμα χερσὶν ἔχουσα.
ἀ-κήρᾰτος, -ον (κεράννυμι), αμιγής, αμόλυντος, καθαρός, αμίαντος, νερό καθαρό ιαματικό από ιερή πηγή ή ποτάμιο θεό..
χέρ-νῐβον, τό, δοχείο με νερό για το πλύσιμο των χεριών, λεκάνη.
ἀμφί-πολος, -ον (πέλω, πολέω), υπηρέτρια, θεραπαινίδα. πρόχοος, πρόχους, ἡ· (<προχέω)· δοχείο για χοές, υδροφόρο αγγείο, υδρία, κανάτι για χύσιμο νερού στα χέρια των φιλοξενούμενων.
Πλύθηκαν και έπειτα ο Πρίαμος έκανε χοές με το χρυσό κύπελλο. Σπόνδιζε στη γη με τα μάτια στον ουρανό λέγοντας: «Δία αφέντη των θεών κι όλων των αθανάτων που μας θωρείς από ψηλά, απ` την κορφή της Ίδης, φρόντισε σε παρακαλώ και ικεσία κάνω να μαλακώσεις την καρδιά του άσπλαχνου Πηλείδη. Στείλε μου και τον οιωνό το μέγα αετό σου, να είναι πάντα δεξιά καθώς πάω στα πλοία να συναντήσω και να δω τον άκαρδο Αχιλλέα.».
Ο Δίας τον συμπόνεσε και έστειλε το ιερό του πουλί, τον γιγάντιο αετό να πετά δεξιά πάνω από την Τροία. Ιερό και αλάθευτο σημάδι για καλό οιωνό. Χάρηκαν όλοι σαν είδανε τον οιωνό του Δία.
Ο Πρίαμος ανέβηκε βιαστικά στην άμαξα του και πέρασε την πύλη με κατεύθυνση προς τη σκηνή του Αχιλλέα.
οἰωνός, ὁ, μεγαλόσωμο πτηνό, αρπακτικό σαρκοφάγο πουλί, όπως γύπας ή αετός, Πτηνό κατάλληλο να δώσει προφητικά σημάδια ή προμηνύματα, πέταγμα του πουλιού προς τα δεξιά, δηλ. με κατεύθυνση προς την Ανατολή, ήταν ευοίωνο, και το αντίστροφο.
Μπροστά του πήγαινε το αμάξι με τις τέσσερις ρόδες που έσερναν ημίονοι. Ήταν κατάφορτο με τους θησαυρούς και τα ακριβά δώρα Το οδηγούσε ο πολύπειρος και σεβαστός Ιδαίος.
Τα δύο αμάξια συνόδευαν κλαίγοντας τα παιδιά και οι γαμπροί του Πρίαμου γιατί φοβόταν το μένος του Αχιλλέα μην ξεσπάσει και στον Πρίαμο. Σε λίγη ώρα οι συγγενείς της συνοδείας επέστρεψαν στην Τροία και τότε ο Δίας έστειλε τον Ερμή λέγοντας του: « Αγαπημένο μου παιδί, Ερμή δοξασμένε, εσύ που τόσο αγαπάς και ξέρεις τους ανθρώπους πήγαινε και προστάτεψε τον βασιλιά της Τροίας, τον λυπημένο που τραβά να βρει τον Αχιλλέα. Να μην τον δουν περίεργοι και τον παρεξηγήσουν.».
Ο Ερμής στη στιγμή φόρεσε τα φτερωτά χρυσά του σανδάλια. Πήρε το κηρύκειο του που μπορεί να κοιμίζει ή να ξυπνά τους θνητούς και αμέσως έφτασε στον προορισμό του. Πήρε τη μορφή ενός έφηβου από καλή γενιά.
Ω` 350 Όταν τα αμάξια έφτασαν στο μνημείο του Ίλου έκαναν στάση για να πιουν νερό από το ποτάμι τα άλογα και οι ημίονοι. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει.
Ο Ερμής, με τη μορφή του νεαρού εφήβου, πλησίασε τα δύο άρματα και ο Ιδαίος φοβήθηκε. Είπε στον Πρίαμο να φύγουν ή να προσπέσουν ικέτες στον ξένο για να μην τους σκοτώσει. Ο Πρίαμος ζαλίστηκε ακούγοντας αυτά τα λόγια και τον κυρίευσε φόβος. Στο μεταξύ πλησίασε ο Ερμής και είπε στον Πρίαμο: «Σεβαστέ γέροντα που πας μέσα στη νύκτα που ακόμα κι οι θεοί κοιμούνται αυτή την ώρα; Δε φοβάσαι τους Αχαιούς να μην σας αντιληφθούν και έλθουν να πάρουν τα αμάξια με τα δώρα σας και σας να θανατώσουν; Είσαστε γέροντες κι οι δυο και δύσκολα μπορείτε με νέους να τα βάλετε αν σας επιτεθούνε. Όμως γι αυτό `μαι εγώ εδώ και θα σε προστατέψω γιατί πολύ τον κύρη μου θυμίζεις σε εμένα».
Ο Πρίαμος απάντησε στον νεαρό αμέσως: «Κάποιος θεός με βοηθά, το βλέπω νεαρέ μου. Είσαι λαμπρός, πανέμορφος στο πρόσωπο, στο σώμα. Ίδιος θεός μου φαίνεσαι. Ευγνωμονώ τον βροντητή τον Δία τον Κρονίδη και μακαρίζω τους γονείς που τέκνο τους σε έχουν.».
Ο Ερμής – νεαρός έφηβος- απάντησε στον Πρίαμο: « Καλά τα είπες Πρίαμε σπουδαίε βασιλέα. Πες μου να μάθω και εγώ που έχω απορία. Τόσο σπουδαίους θησαυρούς που κουβαλάς στη νύχτα; Μήπως δειλιάσατε πολύ που χάθηκε ο γιος σου ο πολυνίκης Έκτορας απ` τον τρανό Πηλέιδη;».
Ο Πρίαμος απάντησε αμέσως και του είπε: « Ποιος είσαι και πως έμαθες τόσα πολλά που ξέρεις για το σπουδαίο μου το γιο τον Έκτορα το μέγα που τη ζωή του έκοψε ο άκαρδος Πηλείδης;».
Σ’ αυτόν απάντησε ο θεός: «Με δοκιμάζεις Πρίαμε μεγάλε βασιλέα. Γνωρίζω πράγματα πολλά γιατί `μαι Μυρμιδόνας στο στράτευμα ανήκω εγώ του θεϊκού Αχιλλέα. Τον γιο σου τον ατρόμητο πολλές φορές τον είδα να μάχεται σαν το θεριό σε όλες τις συγκρούσεις Όσο για μένα που ζητάς να μάθεις τίνος είμαι, Πολύκτωρ ο πατέρας μου άρχοντας παινεμένος κι εγώ `μαι ο μικρότερος από επτά αγόρια. Στα χρόνια, στην εμφάνιση τον κύρη μου θυμίζεις.
Ω` 400 Ναρθώ σ` αυτόν τον πόλεμο μου έλαχε ο κλήρος. Σαν ξημερώσει οι Αχαιοί στην Τροία θα ορμήσουν, βαρέθηκαν να κάθονται, ζητούν να πολεμήσουν κι οι αρχηγοί δε δύνανται να τους ανακρατήσουν».
Ο Πρίαμος άκουσε τον Ερμή – έφηβο και του είπε: «Αφού ανήκεις στο στρατό του τρομερού Αχιλλέα πες μου καλέ μου νεαρέ υπάρχει ο νεκρός μου, ο δοξασμένος Έκτορας, ή δεν υπάρχει πλέον γιατί στα άγρια θεριά, βορά, τον έδωσε ο Πηλείδης.».
Ο νεαρός απάντησε και είπε του Πριάμου: «Ούτε θεριά τον σπάραξαν ούτε και μαύρα όρνια. Ακόμα κείτεται κοντά στα πλοία του Αχιλλέα. Δώδεκα μέρες πέρασαν από το σκοτωμό του και είναι πεντακάθαρο το σώμα του υγιού σου. Τραύματα και λερώματα δεν έχει το κορμί του. Μα κάθε αργά απόγευμα τον σέρνει με το άρμα γύρω από το ταφικό μνημείο του Πατρόκλου. Τον Έκτορα αν και νεκρό, κάποιοι θεοί φροντίζουν.».
Χάρηκε ο Πρίαμος γι αυτά που μόλις είχε ακούσει κι απάντησε στον έφηβο αμέσως και του είπε: « Ο γιος μου δεν ξεχνούσε ποτέ τους θεούς και πάντα τους πρόσφερε θυσίες και δώρα. Έτσι τώρα φροντίζουν κι εκείνοι το νεκρό του σώμα. Δέξου καλέ μου νεαρέ αυτή την όμορφη κούπα για όλα τα νέα που μου είπες. Οδήγησε με ασφάλεια να φτάσω στον Αχιλλέα.». Ο έφηβος – Ερμής αντείπε του Πριάμου: « Σεβαστέ βασιλιά Πρίαμε δε μπορώ να δεχτώ το δώρο σου πίσω από την πλάτη του αρχηγού μου Αχιλλέα. Τον σέβομαι, τον θαυμάζω αλλά φοβάμαι πολύ να δεχτώ κάτι χωρίς να το γνωρίζει. Όμως να μην ανησυχείς. Πιστός θα είμαι οδηγός να φτάσεις σε εκείνον.».
Ανέβηκε στο άρμα του Πριάμου, σαν ηνίοχος. Πήρε στα άξια χέρια του τα χαλινάρια και το μαστίγιο και έδωσε δύναμη στα άλογα και στους ημιόνους. Όλους που συνάντησαν από τους φρουρούς των Αχαιών τους κοίμισε στη στιγμή ο Ερμής και έτσι πέρασαν χωρίς πρόβλημα.
Ω`, 449. Έφτασαν στη μεγάλη βασιλική σκηνή του Αχιλλέα που είχαν κατασκευάσει οι Μυρμιδόνες με σκισμένους ψηλούς κορμούς ελάτων.
1*. Κωστής Καζαμιάκης. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
