Δεδομένο πρώτο. Ο Παναθηναϊκός προσπαθεί να ταράξει τα νερά του ελληνικού ποδοσφαίρου όσον αφορά το θέμα της πρόσληψης του προπονητή που θα αναλάβει την αναγέννηση της ομάδας, προσφέροντας γην και ύδωρ στον σπουδαίο Ιταλό Μαουρίτσιο Σάρι.
Το «τριφύλλι» βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο επαφών με τον αναμορφωτή της Νάπολι και της Λάτσιο, κάτοχο του Γιουρόπα Λιγκ με την Τσέλσι και πρωταθλητή Ιταλίας με τη Γιουβέντους, προσφέροντάς του 13,5 εκατ. ευρώ καθαρές απολαβές σε κλειστό τριετές συμβόλαιο συνεργασίας, ήτοι 4,5 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Νούμερα που ζαλίζουν…
Το συγκεκριμένο εγχείρημα ήταν εξ αρχής εξαιρετικά δύσκολο και παραμένει. Οχι μόνο διότι ο Σάρι έχει φύγει από την Ιταλία μόνο μία φορά στην καριέρα του κι αυτή ήταν για το Λονδίνο και την Πρέμιερ Λιγκ για λογαριασμό της Τσέλσι.
Αλλά και επειδή ο χρόνος δεν αποτελεί σύμμαχο του Παναθηναϊκού και η εναλλακτική επιλογή προπονητή που υπάρχει δεν δύναται αντικειμενικά να βρίσκεται για πολύ καιρό ακόμα στο… περίμενε. Λογικό, όπως κι αν λέγεται ο υποψήφιος. Εδώ που φτάσαμε όλα κρέμονται από μια κλωστή και στις αρχές της εβδομάδας θεωρείται βέβαιο ότι το τοπίο θα έχει ξεκαθαρίσει πλήρως.
Ανεξαρτήτως της έκβασης του «θαύματος» Σάρι, το ποσό των 4,5 εκατ. ευρώ τον χρόνο που προαναφέραμε δεν έχει δοθεί ποτέ σε προπονητή στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού και δη των ομαδικών αθλημάτων. Για να υπάρξει μια τάξη μεγέθους, αρκεί να συμπληρώσουμε ότι ο Τούρκος «αυτοκράτορας» Φατίχ Τερίμ έχει κασέ 2 εκατ. ευρώ ετησίως, ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς 1,5 εκατ. ευρώ, πάνω-κάτω όσα έχουν και οι Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ, Ραζβάν Λουτσέσκου και Ματίας Αλμέιδα. Σε παλαιότερες εποχές δε, ήταν ακόμη μικρότερα τα ποσά που έχουν δοθεί σε προπονητές και ως εκ τούτου είναι πασιφανές ότι εάν ο Σάρι πει το «si» θα γίνει ο πιο ακριβοπληρωμένος προπονητής στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.
Δεδομένο δεύτερο. Πριν από δέκα ημέρες, ο ιδιοκτήτης της ΠΑΕ Παναθηναϊκός, Γιάννης Αλαφούζος, μετέβη στη γειτονική χώρα προκειμένου να επισκεφτεί τον Σάρι κατ’ ιδίαν. Και πράγματι συναντήθηκε μαζί του, λέγοντάς του ότι -πέραν της οικονομικής υπέρβασης- του προσφέρει εν λευκώ το ποδοσφαιρικό πρότζεκτ της επόμενης τριετίας.
Αυτές τις κινήσεις ο Αλαφούζος δεν τις έχει ξανακάνει ποτέ στα χρόνια που βρίσκεται στον θώκο της ιδιοκτησίας του Παναθηναϊκού. Ζαμέ!
Δείγμα ότι όχι μόνο δεν έχει «ξενερώσει» από το συλλαλητήριο εις βάρος του, την απώλεια του πρωταθλήματος, πέρυσι και φέτος, κι απ’ το γεγονός ότι δεν χαίρει της εκτίμησης της συντριπτικής πλειονότητας των φίλων του «τριφυλλιού», αλλά έχει αποφασίσει να ανεβάσει τον πήχη για την επόμενη σεζόν προκειμένου να κατακτήσει το πρωτάθλημα και να διακριθεί στην Ευρώπη.
Οτι θα αυξήσει σημαντικά το μπάτζετ θα πρέπει να θεωρείται σίγουρο. Το ότι δεν θέλει ούτε να ακούει για πώληση του Φώτη Ιωαννίδη, παρότι πέφτουν στο τραπέζι προτάσεις άνω των 20 εκατ. ευρώ κι από περισσότερες των δαχτύλων του ενός χεριού ομάδες του εξωτερικού, προστίθεται επίσης ως έξτρα παράμετρος για το παραπάνω δημοσιογραφικό συμπέρασμα.
Δεδομένο τρίτο. ΟΑΚΑ. Η μεγάλη επιστροφή. Ο Παναθηναϊκός έχει αποφασίσει να χρησιμοποιεί το μεγαλύτερο στάδιο της χώρας για βασική του έδρα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Πιο φτηνά εισιτήρια διαρκείας, ασύγκριτα περισσότερα στη διάθεση του κόσμου σε σχέση με τη Λεωφόρο, δυνατότητα των φίλων του συλλόγου απ’ όλη την Ελλάδα να έρχονται στο γήπεδο. Καλύτερες συνθήκες θέασης και άνεσης επί παντός επιστητού για τους «πελάτες». Ανοιγμα. Τα προεόρτια της περασμένης σεζόν, με τη μοναδική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε και την πράσινη λαοθάλασσα στο κατάμεστο ΟΑΚΑ στα ματς με την Μπράγκα και τη Βιγιαρεάλ, έχουν ανοίξει την όρεξη όλων.
Σε συνδυασμό με τις εξελίξεις του θέματος προπονητή, των μεταγραφών (έχουν ήδη αποκτηθεί δύο παίκτες από προηγμένα πρωταθλήματα, ο Μαξίμοβιτς από την Πριμέρα Ντιβισιόν και ο Μπάλντογκ από την Πρέμιερ Λιγκ) που θα γίνουν, ο Παναθηναϊκός επιχειρεί να ανεβάσει τον πήχη. Το θέμα είναι να τον περάσει κιόλας, επανακτώντας τα εγχώρια σκήπτρα ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια ανομβρίας.
