«Πρώτα ήρθαν για τον Ασάνζ» είχε τίτλο μια από τις πρωτοβουλίες γνωστών προσωπικοτήτων προ ετών, στο πλαίσιο του διεθνούς κινήματος υπέρ της απελευθέρωσής του, που έγινε πράξη τελικά την περασμένη Τρίτη σκορπώντας μεγάλη χαρά και συγκίνηση στους υποστηρικτές του.
Ενδεικτικό είναι ότι μέσα σε λίγα 24ωρα συγκεντρώθηκαν περισσότερα από 470.000 δολάρια για το τεράστιο ποσό των 520.000, που «χρέωσαν» οι ΗΠΑ για τη ναυλωμένη πτήση με την οποία ο δημοσιογράφος επέστρεψε από τη Μεγάλη Βρετανία στην Αυστραλία, καθώς δεν του επετράπη να πετάξει με εμπορικές αεροπορικές εταιρείες.
Προτεραιότητα είναι βέβαια η υγεία του δημοσιογράφου. Στο κείμενο που συνοδεύει το crowdfunding γίνεται επίσης έκκληση για δωρεές «για να διασφαλίσουμε την ανάκαμψη και την ευημερία και την ασφάλειά του», καθώς αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας εξαιτίας της οδύσσειας του, πέντε χρόνια στη φυλακή υψίστης του Μπέλμαρς και επτά σε απομόνωση στην πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο. Γιατροί τόνιζαν από το 2020 πως «αν ο Ασάνζ πέθαινε σε βρετανική φυλακή», όπως προειδοποιούσε ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για το ζήτημα των βασανιστηρίων Νιλς Μέλτσερ, «αυτό πρακτικά θα σήμαινε ότι βασανίστηκε μέχρι θανάτου».
Παράλληλα, έχει ανοίξει η συζήτηση για το αύριο του ίδιου και των Wikileaks. Πολλοί στον δημοσιογραφικό κόσμο ανακουφίστηκαν με την εξέλιξη της υπόθεσης, καθώς o 52χρονος γλίτωσε τα 175 χρόνια κάθειρξη στα οποία κινδύνευε να καταδικαστεί, αλλά ανησυχούν για το αρνητικό προηγούμενο, που δημιουργεί για την Ελευθερία του Τύπου το γεγονός ότι αναγκάστηκε να δηλώσει ένοχος για δημοσιογραφικές πράξεις στο πλαίσιο της συμβιβαστικής συμφωνίας με την αμερικανική δικαιοσύνη.
Όπως δήλωσε προχθές η σύζυγός του, Στέλα Ασάνζ, η υπόθεση ποινικοποιεί τη δημοσιογραφία – «την τυπική δημοσιογραφική δραστηριότητα της συλλογής ειδήσεων και της δημοσίευσης». Ως εκ τούτου η πλευρά του αναμένεται να ζητήσει από τις αμερικανικές αρχές την χορήγηση χάριτος. «Μέχρι να απονεμηθεί χάρη ο Τζούλιαν Ασάνζ, η Ελευθερία του Τύπου παραμένει σε κίνδυνο» υπογραμμίζει σε άρθρο του ο νομικός και συγγραφέας, Στίφεν Φ. Ροντ, επισημαίνοντας ότι δεν δήλωσε ένοχος για κάποιο αποτρόπαιο έγκλημα, αλλά για «δραστηριότητες στις οποίες συμμετέχουν καθημερινά οι δημοσιογράφοι».
Ο Βρετανός ρεπόρτερ, Μπεν Κούιν, γράφει στον Guardian πως τα WikiLeaks, που στράφηκαν στην εκστρατεία για την απελευθέρωση του ιδρυτή τους, έχουν χάσει το πλεονέκτημά σχετικά με την δημοσιοποίηση καταγγελιών αλλά αυτό είναι δυνατόν να αλλάξει. Ο Τζέιμς Μπαλ, δημοσιογράφος και πρώην μέλος των WikiLeaks, χαρακτήρισε ως μια έξυπνη ιδέα ο Ασάνζ και το WikiLeaks να γίνουν το πρόσωπο του ακτιβισμού για τη διαφάνεια. Ήδη η ιστοσελίδα προβάλλει άλλες δημοσιογραφικές έρευνες, όπως έκανε μέσα στην εβδομάδα τουιτάροντας σχετικά με το Gaza Project για τη σφαγή επαγγελματιών των ΜΜΕ στην Παλαιστίνη, στο οποίο συμμετέχουν εργαζόμενοι από 13 ειδησεογραφικούς οργανισμούς.
Άλλωστε, οι προηγούμενες διαρροές εξακολουθούν να έχουν αντίκτυπο σήμερα. Πριν λίγες μέρες το ακροδεξιό κόμμα Reform στη Βρετανία έδιωξε έναν από τους υποψηφίους του, επειδή το όνομά του ήταν σε λίστα με τα μέλη του ακροδεξιού British National Party το 2016, την οποία είχαν δημοσιοποιήσει τα WikiLeaks.
Η Στεφανία Μαουρίτσι από την Il Fatto Quotidiano που συνεργάζεται με τα WikiLeaks, έκανε λόγο για «εξαιρετική ανθεκτικότητα» της πλατφόρμας και του ιδρυτή της. «Έχουν δώσει και θυσιάσει τόσα πολλά, ενώ αυτός και η Στέλλα αξίζουν να απολαμβάνουν τη ζωή με τα παιδιά τους. Πολλές φορές στο παρελθόν το WikiLeaks θεωρήθηκε νεκρό, εξαφανισμένο, και ωστόσο εξακολουθεί να βγάζει πρωτοσέλιδα σε όλο τον κόσμο. Μπορείτε να περιμένετε τα πάντα από τον Ασάνζ και τα WikiLeaks» σημείωσε η δημοσιογράφος.
Σε κάθε περίπτωση οι μεγάλες αποκαλύψεις τους βρίσκονται στον σχετικό ιστότοπο. Έγγραφα για εγκλήματα πολέμου του αμερικανικού στρατού σε Ιράκ και Αφγανιστάν, για κυβερνητική διαφθορά, για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και μάλλον «χρειαζόμαστε ένα νέο WikiLeaks», όπως έκρινε ο διευθυντής του Κέντρου Ερευνητικής Δημοσιογραφίας στο Λονδίνο, Τζέιμς Χάρκιν, αναφερόμενος στη χλιάρη στάση της δημοσιογραφικής κοινότητας απέναντι στους πολέμους στην Ουκρανία και στη Γάζα.
