ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καυτό καλοκαίρι υπόσχεται στη Citigroup και μια σειρά από άλλες μεγάλες τράπεζες, επενδυτικούς ομίλους και ασφαλιστικές εταιρείες που συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την επέκταση των ορυκτών καυσίμων η εκστρατεία Summer of Heat on Wall Street.

Η εκστρατεία ενώνει χιλιάδες άτομα και οργανώσεις ανεξαρτήτως φυλής, γενεάς και τάξης σε μια δράση μη βίαιης πολιτικής ανυπακοής, απαιτώντας από τη Wall Street να σταματήσει να επενδύει, να χρηματοδοτεί και να ασφαλίζει τα ορυκτά καύσιμα. Οι συμμετέχοντες έχουν υποσχεθεί ότι θα χρησιμοποιήσουν τα σώματά τους προκειμένου να αποκλείουν καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού τα κεντρικά γραφεία των κολοσσών της Wall Street στη Νέα Υόρκη. «Εβδομάδα με την εβδομάδα θα διαταράσσουμε τις εταιρείες που διαταράσσουν το κλίμα και τον πλανήτη μας», υπόσχονται.

Από την υιοθέτηση της Συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα, οι τράπεζες των ΗΠΑ έχουν χορηγήσει 1,8 τρισ. δολάρια σε εταιρείες ορυκτών καυσίμων. Εξίσου γενναία είναι η χρηματοδότηση και από τις εταιρείες επενδύσεων, ενώ οι ασφαλιστικές εταιρείες παρέχουν από την πλευρά τους ασφάλιση σε νέα έργα ορυκτών καυσίμων, τα οποία χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν. Υπό το πρίσμα αυτό, στο στόχαστρο της εκστρατείας, πέρα από τις τράπεζες βρίσκονται και άλλες κορυφαίες εταιρείες της Wall Street όπως οι AIG, BlackRock, Chubb και KKR. Ο μεγαλύτερος στόχος της εκστρατείας είναι ωστόσο η Citigroup καθώς είναι ο μεγαλύτερος χρηματοδότης έργων ανάπτυξης των ορυκτών καυσίμων από το 2016, όταν τέθηκε σε ισχύ η Συμφωνία του Παρισιού. Στην οκταετία που πέρασε από τότε, η Citi έχει χορηγήσει συνολικά 204,46 δισ. δολάρια για την ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία του χρηματοπιστωτικού τομέα στον κόσμο. Εκτός από μεγαλύτερος χρηματοδότης νέων κοιτασμάτων ορυκτών καυσίμων, η Citi ήταν αυτήν την περίοδο και ο δεύτερος μεγαλύτερος χρηματοδότης έργων ρυπογόνου ενέργειας στον κόσμο. Μεταξύ 2016 και 2023 χορήγησε συνολικά σε εταιρείες άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου 396,3 δισ. δολάρια.

Η εστίαση της χρηματοδότησης της Citi στην επέκταση των ορυκτών καυσίμων έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με όσα διαμηνύουν εδώ και χρόνια οι ειδικοί του κλίματος. Πολλοί εμπειρογνώμονες για το κλίμα, από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας έως τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή, έχουν καταστήσει σαφές ότι για να αποφευχθεί μια ακόμη χειρότερη κλιματική καταστροφή, πρέπει να μη γίνονται πλέον επενδύσεις για την επέκταση των ορυκτών καυσίμων. Ωστόσο μόνο πέρυσι, η Citibank παρείχε 14,6 δισ. δολάρια στις εταιρείες που επέκτειναν τις δραστηριότητές τους στον άνθρακα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.

Η χρηματοδότηση της Citibank δεν οδηγεί όμως μόνο σε κλιματικό χάος, αλλά και σε περιβαλλοντικό ρατσισμό. Το 70% της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που παράγεται από την ExxonMobil -τον μεγαλύτερο πελάτη της Citi στον τομέα των ορυκτών καυσίμων- απορροφάται από τις κοινότητες των έγχρωμων Αμερικανών, συμβάλλοντας σε υψηλότερα επίπεδα καρδιακών παθήσεων, εγκεφαλικών επεισοδίων, καρκίνου και άλλων ασθενειών οι οποίες συνδέονται ευρέως με τη διαβίωση κοντά σε υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η Citi δεν αρκείται όμως μόνο στη χρηματοδότηση ορυκτών καυσίμων. Εργάζεται επίσης προκειμένου να μπλοκάρουν οι δράσεις για το κλίμα, τόσο από τους δικούς της επενδυτές όσο και από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Η διευθύνουσα σύμβουλός της, Τζέιν Φρέιζερ, είναι πρόεδρος του Φόρουμ Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Τραπεζικής Πολιτικής. Και οι δύο φορείς έχουν αγωνιστεί με νύχια και με δόντια προκειμένου να αποδυναμώσουν τη ρύθμιση που προωθεί η κυβέρνηση Μπάιντεν για τις υποχρεώσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα απέναντι στην κλιματική αλλαγή. Η Citi χρηματοδοτεί επίσης αρκετούς πολιτικούς οι οποίοι μάχονται κατά των δράσεων για το κλίμα, όπως για παράδειγμα ο Αντι Μπαρ.

Κεντρικός στόχος της εκστρατείας «Summer of Heat on Wall Street» η Citigroup, η οποία από το 2016 έχει χρηματοδοτήσει με 204 δισ. δολάρια την ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων και συνολικά με 400 περίπου δισ. δολάρια τον κλάδο