Την… αποστομωτική εξήγηση πως η κυβέρνηση καλπάζει προς τις εξελίξεις τακτοποιώντας τεχνικές εκκρεμότητες 25 χρόνων (!) έδωσε χθες στην αντιπολίτευση ο Κυριάκος Πιερρακάκης προκειμένου να αιτιολογήσει τη σπουδή του υπουργείου Παιδείας για την κύρωση της Σύμβασης της Λισαβόνας από τη Βουλή.
Πριν εγκριθεί από την πλειοψηφία το σχετικό νομοσχέδιο, ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και Νέα Αριστερά έστρεψαν για άλλη μια φορά τους προβολείς στις «μπίζνες» του Μαξίμου με τα funds που ορέγονται και τον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, υποστηρίζοντας πως στην πραγματικότητα η Σύμβαση (που αναγνωρίζει την κινητικότητα φοιτητών σε επίπεδο σπουδών και απόδοσης πτυχίων σε ΑΕΙ διαφορετικών ευρωπαϊκών χωρών) ανασύρθηκε αίφνης από τα συρτάρια προκειμένου να μη ναυαγήσουν τα σχέδια ισχυρών οικονομικών συμφερόντων (βλ. CVC) και κολεγιαρχών για τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων – μετά τον αντισυνταγματικό δρόμο που «έστρωσε» προ δυόμισι μηνών ο σχετικός νόμος (5094/24).
Με σύντομη τοποθέτηση ο κ. Πιερρακάκης έκλεισε την περιορισμένης διάρκειας συζήτηση στην Ολομέλεια, χωρίς να απαντήσει επί της ουσίας στο «Γιατί τώρα;» του Σωκράτη Φάμελλου ή στις αιτιάσεις του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ. Οπως και δεν σχολίασε το ερώτημα που έθεσε ο Αλέξης Χαρίτσης επικαλούμενος το πρόσφατο δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών» για τα εμπόδια που ήδη συναντά (ή πρόκειται να συναντήσει) ο προγραμματισμός για τα ιδιωτικά ΑΕΙ, όπως π.χ. με τον ΚΑΔ του νεοσύστατου ΝΠΠΕ ή με τις προαναγγελθείσες προσφυγές στο ΣτΕ (Αννα Ανδριτσάκη, 26/06).
«Γιατί τη φέρνουμε τώρα; Γιατί έχουμε καθυστερήσει πολλά χρόνια… Δυστυχώς αργήσαμε πολύ – ευτυχώς δεν θα αργήσουμε άλλο» δήλωσε ο υπουργός, επαναλαμβάνοντας πως η Σύμβαση κλείνει εκκρεμότητες και εκσυγχρονίζει τον ΔΟΑΤΑΠ. Κατά τα λοιπά ο Κυριάκος Πιερρακάκης, διατηρώντας το ύφος του 41% (παρά τις οδηγίες του Μαξίμου), αντιμετώπισε και πάλι αφ’ υψηλού τις πτέρυγες της αντιπολίτευσης καταγγέλλοντας παρωχημένη συνθηματολογία, «fake news», έως και «κομματικό παλαιοημερολογητισμό». Ο ίδιος διέψευσε τις εκτιμήσεις για εξίσωση πτυχίων με τίτλους σπουδών μικρότερης διάρκειας ή αμφιβόλου ποιότητας, όπως και τις ενστάσεις περί αντισυνταγματικών ενεργειών, και διαβεβαίωσε πως «το δημόσιο Πανεπιστήμιο ήταν και θα είναι η ναυαρχίδα» για την κυβέρνηση.
Νωρίτερα, ο πρόεδρος της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. είχε καταγγείλει εκ νέου το Μαξίμου πως επιχειρεί να μετατρέψει τον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης σε εμπόριο και τους φοιτητές σε πελάτες. «Κάνετε ό,τι μπορείτε για να εξασφαλίσετε τα funds, για να μη ρισκάρουν τα κέρδη τους. Ολα για το κέρδος, όχι όμως της κοινωνίας, αλλά των λίγων κολλητών σας!» είπε ο Σωκράτης Φάμελλος, ισχυριζόμενος πως η Σύμβαση χρησιμοποιείται ως άλλοθι και επίφαση δήθεν διεθνούς νομιμότητας προς όφελος των αντισυνταγματικών μεθοδεύσεων. «Μήπως η προσπάθεια να παρακάμψετε το Σύνταγμα δεν ήταν τελικά τόσο εύκολη; Μήπως φοβάστε την έκβαση των προσφυγών στο ΣτΕ; Μήπως τα “ονομαστά” εκπαιδευτικά ιδρύματα –το εξής ένα κερδοσκοπικό fund– που αγωνιούν να μπουν στην ελληνική αγορά ανησυχούν ακόμη περισσότερο;».
«Τι νταλκάς την έπιασε την κυβέρνηση για να κλείσει μέσα στο κατακαλόκαιρο την εκκρεμότητα τόσων ετών;» διερωτήθηκε στη συνέχεια και ο επικεφαλής της Κ.Ο. της Νέας Αριστεράς, μεταφέροντας επίσης τα ερωτήματα που έθεσε και η «Εφ.Συν.»: «Διαβάζουμε ότι δεν υπάρχει ΚΑΔ και γι’ αυτό έχει μπλοκάρει η διαδικασία. Είναι αλήθεια αυτό;» ρώτησε τον υπουργό Παιδείας χωρίς να λάβει απάντηση. «Μια χαρά διεθνοποιημένα είναι τα πανεπιστήμια της χώρας μας και αυτό οφείλεται στις προσπάθειες των Ελλήνων ακαδημαϊκών. Η μόνη σας έγνοια είναι να εξυπηρετείτε τα ιδιωτικά συμφέροντα, τα υπόλοιπα είναι για να χρυσώσουν το χάπι…» κατέληξε ο Αλέξης Χαρίτσης.
Εξίσου καυστικός εμφανίστηκε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Μιχάλης Κατρίνης, χαρακτηρίζοντας το επιτελικό κράτος «θερμοκήπιο της διαφθοράς». Ο ίδιος υποστήριξε πως η κυβέρνηση εργαλειοποιεί τη Σύμβαση της Λισαβόνας για να ξεπεράσει την αντισυνταγματικότητα του νόμου, με μοναδική σκοπιμότητα την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων. Ο Θανάσης Παφίλης από το ΚΚΕ μίλησε για εμπορευματοποίηση και υποβάθμιση πτυχίων και σπουδών ώστε να δημιουργηθεί μεγάλη δεξαμενή απασχολήσιμων με προσόντα για τη διαλογή εργαζομένων από τους εργοδότες. «Θέλουν φτηνό και ευέλικτο εργατικό δυναμικό για να αυξάνουν τα κέρδη τους. Είναι η ζούγκλα της αγοράς και όποιος επιβιώσει…» είπε.
