Χρειάστηκε η απόπειρα δολοφονίας του Τραμπ για να σπάσει το μεγάλο ταμπού και να ειπωθούν τα πράγματα με το όνομά τους. Η κατάσταση πραγμάτων στις ΗΠΑ θυμίζει παραμονές του εμφυλίου πολέμου.
Τότε, οι Πολιτείες του Νότου που είχαν αποσχιστεί είχαν αναλάβει την πολιτική ευθύνη της εκτροπής από τη θεσμική κανονικότητα. Σήμερα, οι ΗΠΑ είναι μια βαθιά διχασμένη χώρα, όπου οι δύο αντίπαλες πλευρές αρνούνται η μία τη νομιμότητα της άλλης.
Η εσωτερική κρίση στις ΗΠΑ συμπίπτει με την ανάδυση του μετα-αμερικανικού κόσμου που ήδη προβάλλει ως πολυπολικός και πολυκεντρικός. Οι «υπόλοιποι» ή ο «συνολικός Νότος» συνειδητοποιούν ότι η εσωτερική κρίση στις ΗΠΑ έχει σχέση συγκοινωνούντων δοχείων με την κρίση στρατηγικής της χώρας που μέχρι πρόσφατα ονομαζόταν «μόνη υπερδύναμη». Η αλληλεπίδραση των δύο κρίσεων οριοθετεί την επιχειρηματολογία ότι η χώρα επιστρέφει στον απομονωτισμό.
Απομονωτισμός και παγκόσμια εμπλοκή υπήρξαν στο παρελθόν εναλλακτικές επιλογές. Σήμερα, μια ελεγχόμενη μείωση της παγκόσμιας παρουσίας τους δεν είναι ιδεολογική επιλογή, αλλά υποχρεωτικός μονόδρομος, όποιος και να είναι ο ένοικος στον Λευκό Οίκο. Αλλωστε, η πρώτη αναδίπλωση, αν όχι άτακτη υποχώρηση, έγινε όχι επί Τραμπ, αλλά λίγους μήνες μετά την ορκωμοσία του Μπάιντεν και δεν είναι άλλη από την εγκατάλειψη του Αφγανιστάν.
Οι δύο κρίσεις από τις οποίες κλυδωνίζονται σήμερα οι ΗΠΑ δεν είναι ο κανόνας. Μετά το 1945 η Βρετανία αποσύρθηκε από τις παγκόσμιες ευθύνες και ταυτόχρονα οικοδόμησε ένα υποδειγματικό κράτος πρόνοιας που σταθεροποίησε την κοινωνία. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε μετά την ήττα της από τη Ρωσία στα μέσα του 18ου αιώνα μια περιφερειακή υπερδύναμη της Ευρώπης, η Σουηδία.
Σήμερα, η κατάσταση πραγμάτων είναι διαφορετική. Οι ΗΠΑ του Μπάιντεν, αλλά και του Τραμπ, δεν προβλέπουν εσωστρέφεια και αναδίπλωση, αλλά τη διαχείριση μιας δεδομένης στρατηγικής αντιπαλότητας με την Κίνα, με τη Μέση Ανατολή να προβάλλει ως η υπ’ αριθμόν δύο στρατηγική προτεραιότητα.
Τα παραπάνω δίνουν την πραγματική διάσταση των διαφωνιών Μπάιντεν – Τραμπ για την Ουκρανία, καθώς και οι δύο δεν βλέπουν επί της ουσίας αλλαγή των δεδομένων προτεραιοτήτων των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή.
