ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ενδιαφέρομαι πιο πολύ για θέματα που σχετίζονται με τον θάνατο, παρά με χαρωπά θέματα όπως η αγάπη, η φιλία και όλα αυτά» είχε δηλώσει το 1982, ως Birthday Party ακόμη τότε, ο Nick Cave στον Φώτη Απέργη. O σκοτεινός ιππότης, όρθιος παρά την αναμέτρησή του με τους χειρότερους φόβους του ανθρώπου, ήρθε να παρουσιάσει τα τραγούδια του (1-3/6, Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση) των τελευταίων 45 χρόνων -από τους Bad Seeds, το παράλληλο γκρουπ του Grinderman μέχρι τα πιο πρόσφατα με τον συνεργάτη του Warren Ellis- σε πιο πρωτόλεια μορφή, «απογυμνωμένα και απέριττα, αποκαλύπτοντας έτσι την ουσιαστική τους φύση», αλλά συνάμα και στην πιο βαθιά μελαγχολική εκδοχή τους για την τραγικότητα της ανθρώπινης ευαλωτότητας –για να ανακαλύψουμε ίσως έτσι μηνύματα που άλλοτε χάνονται.

Και εκεί που ο Cave σε βυθίζει στο χειρότερο σκοτάδι, εκεί κάνει το φως να λάμπει περισσότερο: ακόμη και χωρίς τον ηλεκτρισμό, τον έντονο και γεμάτο ήχο των παλιότερων εμφανίσεών του με το συγκρότημά του, ήταν τώρα, στη γυμνή μεταφορά των τραγουδιών του που, με τον ίδιο στο πιάνο και το μπάσο του Colin Greenwood των Radiohead, ανέδειξε το μεγαλείο τους οδηγώντας μας στο βάθος των αισθημάτων που κρύβουν. Φόβοι, πληγές, τραύματα, αίμα και εικόνες ενός ταξιδιού που δεν τελειώνει, με τη χαρακτηριστική φωνή του Nick Cave που το ράγισμά της ακόμα κι όταν μιλούσε για το τέλος ήταν σαν ξόρκι του θανάτου και συνάμα κατάφαση στη ζωή.

Ευχαριστούσε συχνά το κοινό, προλόγιζε τα κομμάτια του και αφιέρωσε το «No More Shall We Part» στον φίλο του ζωγράφο Στέφανο Ρόκο, που το 2019 είχε δώσει αυτόν τον τίτλο σε μια έκθεση ζωγραφικής αφιερωμένη και εμπνευσμένη από τα τραγούδια του.

Για να ακολουθήσει το «Ο children» που έγραψε όταν ήταν με τα παιδιά του στην παιδική χαρά για να εκφράσει τις ανησυχίες του για τον κόσμο που φτιάξαμε για αυτά και την ανικανότητά μας να τα προστατέψουμε»: και μπορεί το τραγούδι αυτό να γράφτηκε πριν από 20 χρόνια, αλλά «βρίσκει τραγικά τον στόχο του στο μέλλον» όπως είπε…

Το τραγούδι για τον χαμό του παιδιού του (Galleon Ship), αλλά και το τραγούδι «Papa Won’t Leave You, Henry» που έγραψε όταν έγινε πρώτη φορά πατέρας και το έλεγε ως νανούρισμα στον πρώτο του γιο όταν μωρό τον κρατούσε αγκαλιά και που σήμερα τον παρακαλάει να μην το τραγουδήσει στο δικό του παιδί….

Με αυτή τη φωνή να σε σέρνει στα τρίσβαθα των αισθημάτων απέναντι στη σκληρότητα της ζωής, εγκατάλειψη, φόβος, έγκλημα, θάνατος, ένα ταξίδι μέχρι την επόμενη πληγή, απόγνωση και ελπίδα, σε αναζήτηση του θείου μέσα μας και του νοήματος σε έναν κόσμο χάους και απώλειας. Με τραγούδια για το κουράγιο να συνεχίζει και την ανάγκη της αγάπης για να αλαφρύνει λίγο την τραγικότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Στο «Mercy Seat» ήταν σαν να το τραγουδούσε μαζί με τον μέγα Τζόνι Κας που το είχε αποδώσει συγκλονιστικά, ενώ από τα περίπου 250 τραγούδια που έχει γράψει ο Cave «επιτυχία» του χαρακτήρισε το «The Ship Song».

Ο μανδύας της μελαγχολίας ήταν διακριτός. Και εκεί διακριτή ήταν και η χροιά στον ήχο που έχει φτιάξει με το συγκρότημά του.

Αλλά ο ήσυχος τρόπος που απέδιδε τα τραγούδια του τα έκανε να ακούγονται σαν εκμυστηρεύσεις, σαν παρακλήσεις και σαν προσευχές δημιουργώντας μια κατανυκτική ατμόσφαιρα ακόμη κι όταν το κοινό συντονίστηκε για να τραγουδήσει σιγανά, σαν να έψελνε γλυκά, το «Into my arms». Τραγούδια που ο ήχος τους δεν μαστίγωνε πια, αλλά λύτρωνε το συναίσθημα κι ας μιλούσαν για θρήνους, κι ας πρόσταζαν τη χαρά, κι ας προέτρεπαν να «κρατήσουμε τα κεριά μας αναμμένα» στην ελπίδα. «Και είναι μόνο η αγάπη, με μια σταλιά βροχή…».

Μπορεί στην καλλιτεχνική πορεία του ο Nick Cave να έχει καταπιαστεί και με άλλα πράγματα πέρα από τη μουσική και τη σύνθεση -ηθοποιός, συγγραφέας βιβλίων και σεναρίων για κινηματογραφικές ταινίες, συντάκτης στη διαδραστική πλατφόρμα «The Red Hand Files», κεραμίστας είναι μερικές από τις ιδιότητες που συμπληρώνουν το βιογραφικό του-, ωστόσο για μας παραμένει η ψυχή της θρυλικής μπάντας των Bad Seeds που έχουν κατακτήσει μια μοναδική θέση στο μουσικό τοπίο με το βάθος και το μοναδικό αφηγηματικό στiλ τους.

Το κοινό τον αποθέωσε και εκείνος ανταπέδιδε συνέχεια την αγάπη, ενώ έκλεισε τη συναυλία με τον ύμνο στη ζωή του Marc Bolan από τους Τ-Rex, το «Cosmic Dancer», ένα τραγούδι πολλών συμβολισμών.