Κωστής Καζαμιάκης. 1*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Έκλαιγαν και θρηνούσανε στην πόλη του Πριάμου κι από την άλλη οι Αχαιοί στα πλοία είχαν φτάσει. Ο Αχιλλέας κράτησε κοντά το στράτευμα του και λόγο τους απεύθυνε ο ένδοξος Πηλείδης: «Άξιοι Μυρμιδόνες μην ξεζέψετε τ` άλογα από τα άρματα. Θα μπω μπροστά με το δικό μου άρμα που σέρνει το πτώμα του Έκτορα και όλα τα άλλα άρματα θα με ακολουθήσουν σε πομπή για να τιμήσουμε τον νεκρό Πάτροκλο. Αφού κλάψουμε τον σύντροφο μας θα πάρουμε το δείπνο».
Με μεγάλη συγκίνηση η πομπή πέρασε τρεις φορές κυκλικά γύρω από τον νεκρό. Τα δάκρυα τους πέφτανε στην άμμο και στις πανοπλίες τους. Τους θρήνους τους παρακινούσε η Θέτις. Ο Αχιλλέας αγκάλιασε τον νεκρό Πάτροκλο κι άρχισε γόο και μοιρολόι.

«Χαίρε καλέ μου Πάτροκλε στου Άδη τα παλάτια. Μάθε τα όσα σου `ταξα τα έφερα εις πέρας. Έφερα εδώ τον Έκτορα νεκρό και ντροπιασμένο δεμένο στο αμάξι μου να σέρνεται στο χώμα και εις τα άγρια σκυλιά τροφή θα τον προσφέρω. Εσύ καθώς θα καίγεσαι στην θεϊκή πυρά σου δώδεκα Τρώες έφηβοι θα χάσουν τα κεφάλια και θα `μαι εγώ ο δήμιος τρελός για το χαμό σου».

Ξάπλωσε  μπρούμυτα τον Έκτορα κατάχαμα μέσα στη σκόνη, δίπλα στην νεκρική κλίνη του Πατρόκλου.

Οι Μυρμιδόνες έβγαλαν τις αρματωσιές τους, ξεζέψανε τα άλογα και κάθισαν γύρω από τον Αχιλλέα που τους πρόσφερε τη μακαρία, το νεκρώσιμο τραπέζι, τιμή στη μνήμη του Πατρόκλου. Βόδια, πρόβατα, αίγες, χοίροι σφάχτηκαν για την μακαρία του μακαρίτη Πάτροκλου. Το αίμα των σφαχτών πλημμύρησε τον τόπο γύρω από τη νεκρική κλίνη. Τα κρέατα ψήνονταν στην Ηφαίστεια φωτιά.

Οι αρχηγοί των Αχαιών έπεισαν με μεγάλη προσπάθεια τον Αχιλλέα να πάει στη σκηνή του Αγαμέμνονα να είναι μαζί με όλους τους αρχηγούς – βασιλιάδες. Στήσανε τρίποδα στη φωτιά με μεγάλο λέβητα για να ζεστάνουν νερό και να πλυθεί ο Πηλείδης που ήταν γεμάτος αίματα και χώματα. Ο Αχιλλέας αρνιόταν με αποφασιστικότητα και πήρε βαρύ όρκο: «Στον μέγα Δία ορκίζομαι ότι θα μείνω έτσι άλουστος και άπλυτος μέχρι να τελειώσω το χρέος μου το ιερό που έχω του Πατρόκλου. Πρώτα θα κάψω τον νεκρό, τον αδελφό και φίλο κι αφού κτιστεί το μνήμα του, στη μνήμη του αιώνια, τότε θα κόψω τα μαλλιά, δεν θέλω πια την κόμη, γιατί πενθώ το φίλο μου κι ο πόνος με σκοτώνει και μου τσακίζει την ψυχή όσο και  αν θα ζήσω.

 Τώρα ας πάμε φίλοι μου στο θλιβερό τραπέζι και αύριο πρωί – πρωί Ατρείδη βασιλέα πρόσταξε να μαζέψουνε τα ξύλα για την καύση του Πάτροκλου του φίλου μου στη θεϊκή πυρά του.

Ψ`, 50. Να πράξουμε τα πρέποντα να φύγει ησυχασμένος ο Πάτροκλος ο φίλος μου στου Άδη το ταξίδι.».

Το δείπνο ετοιμάστηκε και φάγανε και ήπιαν κι έπειτα παραδόθηκαν στου ύπνου τις αγκάλες.

Ο Αχιλλέας ξάπλωσε στην αμμουδιά να ξεκουραστεί από τους κόπους της τρομερής ημέρας που πέρασε με το κυνήγι του Έκτορα γύρω από τα τείχη της Τροίας. Ένα όνειρο τον επισκέφτηκε αμέσως: Στάθηκε πάνω από το κεφάλι του η ψυχή του Πατρόκλου. Έμοιαζε απαράλλακτα στη φωνή και στην ενδυμασία. Είπε στον φίλο του: « Μη με ξεχνάς και θάψε με αμέσως Αχιλλέα γιατί δε βρίσκει αναπαμό η έρημη ψυχή μου. Με διώχνουνε όλες οι ψυχές και δεν θα ησυχάσω αν δεν ταφώ στο μνήμα μου αφού το σώμα κάψεις. Έτσι θα με αφήσουνε στον Άδη να κατέβω, το σκοτεινό κι ανήλιαγο κι εκεί να ηρεμήσω. Και τότε πια τον ύπνο σου δεν θα σου τον χαλάω.

Να μην ξεχνάς τη Μοίρα σου ω θεϊκέ μου φίλε. Φτάνει και σε  η ώρα σου να φύγεις απ` τη ζήση εκεί στα τείχη τα τρανά της Τροίας της σπουδαίας.

Θυμήσου μεγαλώσαμε μαζί στ` ανάκτορο σας όταν με έφερε μικρό ο σεβαστός  μου κύρης γιατί καθώς εθύμωσα που παίζαμε αστραγάλους σκότωσα τον ομήλικο το γιο του Αμφιδάμα. Ο κύρης σου με δέχτηκε, με είχε σαν παιδί του και μεγαλώσαμε μαζί σαν να `μαστε αδέλφια. Γι αυτό και τώρα σου ζητώ μαζί τα κόκκαλα μας να μπουν στη στάμνα τη χρυσή που σου δωσε η Θέτις, η σεβαστή μητέρα σου που τόσο σ` αγαπάει.».

Ο Αχιλλέας μέσα στο όνειρο του απάντησε στην ψυχή του Πατρόκλου: « Όλα θα γίνουν όπως θες αγαπημένε φίλε. Ξάπλωσε δίπλα μου εδώ να κλάψουμε παρέα για τις πικρές μας τις ζωές και της φιλιάς τις χάρες».

Ο Αχιλλέας άπλωσε τα χέρια του να αγκαλιάσει τον Πάτροκλο αλλά δεν έπιασε παρά αέρα,

Ψ` 100. και η ψυχή του Πάτροκλου μέσα στη γη εχάθη, σαν τον καπνό που χάνεται και σβήνει στον αέρα.

Ο Αχιλλέας πετάχτηκε τρομαγμένος, χτυπώντας τις παλάμες του και είπε: «Ίδιος σαν νάταν ζωντανός στον Άδη κατεβαίνει, ψυχή και είδωλο μαζί χωρίς ζωή καθόλου. Όλη τη νύχτα η ψυχή του Πάτροκλου του θείου πολλά μου ζήτησε γι αυτόν και το λαμπρό του μνήμα.».

Η ροδόχρωμη αυγή, Ηώς, βρήκε τον Αχιλλέα και τους άντρες να κλαίνε για τον Πάτροκλο. Ο Αγαμέμνων έστειλε ημιονηγούς με τους ημιόνους τους να φέρουν ξύλα με επιστάτη τους τον κρητικό Μηριόνη. Είχαν μαζί του σκοινιά και εργαλεία για υλοτόμηση. Διέσχισαν πολλά άγρια μονοπάτια και έφτασαν στη δασωμένη Ίδη. Έκοψαν ψηλούς δρυς που καθώς έπεφταν βροντούσε ο τόπος όλος. Τα έκοβαν, τα έσχιζαν και τα φόρτωναν στα μουλάρια και κινούσαν για την επιστροφή. Ο Μηριόνης διέταξε τους άντρες να φορτωθούν και αυτοί στους ώμους τους ξύλα για την ιερή πυρά. Όταν φτάσανε στη θέση, τα στοίβαξαν με τάξη και γνώση.

Ο Αχιλλέας οργάνωσε τη νεκρική πομπή. Μπροστά πήγαιναν τα άρματα με τους πάνοπλους μαχητές και τους ηνιόχους, στη μέση άντρες κουβαλούσαν το νεκρό Πάτροκλο σκεπασμένο από τα κομμένα μαλλιά των συντρόφων του. Το κεφάλι του νεκρού κρατούσε με συγκίνηση ο Αχιλλέας συνοδεύοντας όπως ορίζει η τιμή και η τάξη για τους νεκρούς το φίλο του στο τελευταίο του ταξίδι. Η πομπή συμπληρωνόταν με το πεζικό των Μυρμιδόνων, πυκνό, συνεκτικό σαν κατάμαυρο σύννεφο.  Όταν έφτασαν εκεί που ήθελε ο Πηλείδης τους είπε και απόθεσαν τον νεκρό στο χώμα και άρχισαν τα ξύλα να στοιβάζουν για την καύση του νεκρού σώματος.

Ο Αχιλλέας έκοψε τα πλούσια ξανθά μαλλιά του που ήθελε να τα προσφέρει στον ποτάμιο θεό Σπερχειό σαν επέστρεφε στην πατρίδα του την Φθία.
Είπε με πόνο στην καρδιά κοιτώντας προς τη δύση, προς τη μεριά της θάλασσας, προς τη γλυκιά πατρίδα: «Ω Σπερχειέ σου έταξε την κόμη μου να φέρει όταν θα γύριζα εκεί ο λατρευτός μου κύρης. Και στο βωμό σου έταξε πεντήκοντα κριάρια να σφάξει και να δεηθεί θυσία να προσφέρει. Αλλά θεέ μου Σπερχειέ δεν άκουσες τον κύρη με τα πολλά ταξίματα και τις λαμπρές θυσίες.

Ψ` 150  Αφού δεν επιστρέφω πια στην ποθητή μου Φθία δίνω την κόμη την ξανθιά στον Πάτροκλο το φίλο.».

Τοποθέτησε τα κομμένα του μαλλιά στα χέρια του Πατρόκλου κι όλοι άρχισαν το θρήνο και τα κλάματα.

Ο Αχιλλέας μίλησε στον Αγαμέμνονα: « Αγαμέμνονα ας μείνουμε οι αρχηγοί στην πυρά να τιμήσουμε το νεκρό και συ, που όλοι σε υπακούουν, πρόσταξε το στράτευμα να ετοιμάσει το γεύμα και να φάνε καλά.».

Ο Αγαμέμνων συμφώνησε και οι άντρες έφυγαν γύρω από το νεκρό και πήγαν να ετοιμάσουν το γεύμα τους.

Η πυρά είχε τετράγωνο σχήμα με πλευρά εκατό πόδια. Στο κέντρο τοποθετήθηκε ο νεκρός. Έγδαραν αρνιά και βόδια και ο Αχιλλέας σκέπαζε με το λίπος τους το σώμα του Πατρόκλου. Τριγύρω τοποθέτησε τα σφαγμένα ζώα. Στάμνες με μέλι που έρρεαν  προς την νεκρική κλίνη.

Έπειτα θυσίασε τέσσερα υψηλόκορμα άλογα και τα έβαλε και αυτά στην πυρά. Αποκεφάλισε δύο από τα εννέα αγαπημένα του σκυλιά θυσία κι αυτά στον νεκρό του φίλο. Ακολούθησε η θανάτωση των δώδεκα εφήβων Τρώων και η τοποθέτηση τους στον χώρο της τρομερής πυράς.

Μετά άναψε τη φωτιά λέγοντας: «Χαίρε ώ χαίρε Πάτροκλε στον Άδη πια πορέψου. Ότι σου έταξα εγώ το πράττω κατά γράμμα.  Αγόρια δώδεκα λαμπρά των δοξασμένων Τρώων τα τρώει τώρα η φωτιά που καίει και εσένα. Όμως δε βάζω στη φωτιά τον Έκτορα το σκύλο αφού αυτός σε σκότωσε δεν θα καεί με σένα αλλά το μαύρο σώμα του θα δώσω στα αγρίμια.».

Η Αφροδίτη φρόντιζε κανένα αγρίμι  να μην πλησιάζει το σώμα του Έκτορα. Ράντιζε το σώμα του με ιαματικό ροδόλαδο όταν τον έσερνε με το άρμα του ο Αχιλλέας για να μην ξεσκίζονται οι σάρκες του.

Ο Απόλλων σκέπασε με σύννεφο το μέρος που ήταν ο Πάτροκλος ώστε να μην το αποσυνθέσει η ζέστη κι ο ήλιος.

Η φωτιά του Πατρόκλου έσβηνε και ο Αχιλλέας δεήθηκε και ικέτευσε τους θεούς ανέμους, Ζέφυρο και Βορέα. Τους υποσχέθηκε λαμπρές θυσίες. Έκανε σπονδές με τη χρυσή κούπα του και παρακαλούσε τους ανέμους να φουντώσουν τη φωτιά για την καύση του Πατρόκλου.

Η φτεροπόδαρη Ίριδα άκουσε τον Πηλείδη και στους ανέμους πέταξε τα νέα να τους φέρει.

Ψ` 200. Βρήκε όλους τους άνεμους σε γιορτινό τραπέζι να τρώνε και να πίνουνε και να διασκεδάζουν. Όλοι την καλωσόρισαν. Ζητούσαν να καθίσει κι εκείνη στο τραπέζι τους, να φάει να γλεντήσει. Η Ίριδα τους μίλησε: « Λυπάμαι δεν θα κάτσω έχω να πάω μακριά στην άκρα του πελάγους στην χώρα την πανέμορφη των σκούρων Αιθιόπων. Θυσίες ετοιμάζουνε λαμπρές για τους θεούς μας. Τις εκατόμβες τους αυτές θέλω να απολαύσω και το δικό μου μερτικό να πάρω απ` εκείνες. Όμως εδώ με έστειλε ο Δίας ο Κρονίδης για να σας πω τη προσταγή που στέλνει στους Ανέμους. Ό Αχιλλέας ζήτησε άνεμοι να φυσήξουν, ο Ζέφυρος και ο Βοριάς, να ζωντανέψει η καύση του άτυχου του Πάτροκλου στην νεκρική πυρά του.».

Η θεά Ίρις πέταξε για τη γη των Αιθιόπων ενώ οι δυο θεοί του άνεμου σηκώθηκαν από το τραπέζι με θόρυβο σφυρικτό που προκαλεί ταραχή και ανεμοζάλη. Παραμέριζαν τα βαριά σύννεφα στο πέρασμα τους, σήκωναν ψηλά κύματα στη θάλασσα και στη στιγμή έφτασαν στο ακρογιάλι της Τροίας. Πέσανε μέσα στην πυρά του νεκρού και την φούντωσαν. Οι φλόγες όλο και δυνάμωναν και τριζοβολούσαν τα ξύλα. Ο Αχιλλέας πρόσφερε σπονδές στη μνήμη του νεκρού. Από χρυσό κρατήρα έβαζε κρασί στην διπλή του κούπα και το έχυνε στη μητέρα Γη. Στον φίλο μου τον Πάτροκλο έλεγε ο Πηλείδης κάθε που έχυνε κρασί στη γη την πολυτρόφα. Όλη τη νύχτα έκαιγε η τρομερή πυρά του μέχρι που ήλθε η αυγή η ροδοπορφυρένια. Οι άνεμοι πετάξανε πίσω στα μέγαρα τους κι η θάλασσα εφούσκωνε στο γρήγορο τους διάβα.

Ο Αχιλλέας κατάκοπος έπεσε να ξεκουραστεί και αμέσως τον πήρε ένας γλυκός ύπνος. Όμως δεν κοιμήθηκε πολύ καθώς έφταναν οι αρχηγοί με τον Αγαμέμνονα. Ο Αχιλλέας σηκώθηκε και τους είπε: «Ατρείδη, των Παναχαιών κι οι άλλοι βασιλιάδες κάντε χοές με το κρασί μέχρι να σβήσει η φλόγα και τότε να μαζέψομε τα κόκαλα του φίλου που βρίσκονται στη μέση της, στο κέντρο της πυράς του. Και σε φιάλη ολόχρυση τοποθετήσατε τα μέχρι να έλθει η ώρα μου να μπουν και τα δικά μου. Μνημείο μη σηκώσετε πολύ τρανό ακόμα. Να ` ναι σεμνό μα και σωστό  μέχρι να `ρθει η σειρά μου και τότε φτιάχτε το εσείς όπως επιθυμείτε».

Ψ` 250 Όλοι μαζί συμφώνησαν με όσα είπε εκείνος. Με τις ιερές χοές από το υπέροχο κρασί καταλάγιασε η φωτιά και στο τέλος έσβησε αφήνοντας παντού βαθιά τέφρα. Τα οστά τοποθετήθηκαν στη χρυσή λάρνακα μέσα σε λίπος.  Την σκέπασαν με λεπτό σεντόνι μέσα στη σκηνή του Αχιλλέα. Χάραξαν κύκλο στο χώμα ,με κέντρο τη θέση της καύσης του Πατρόκλου, και άρχισαν να σκάβουν τα θεμέλια του μνημείου.

Ο Αχιλλέας πρόσταξε και έφεραν από το πλοίο του πλήθος λάφυρα που θα έπαιρναν βραβεία όσοι νικούσαν στους αγώνες για τη μνήμη του φίλου του. Ανάμεσα στα λάφυρα ήταν πανέμορφες κοπέλες, άλογα, ημίονοι, βόδια, τρίποδες και λέβητες καθώς και δουλεμένο σίδερο. Ο Αχιλλέας όρισε ότι ο πρώτος στους ιππικούς αγώνες θα έπαιρνε βραβείο μια γυναίκα άξια σε πολλές τέχνες και εργασίες. Επίσης θα έπαιρνε  τρίποδα και τεράστιο λέβητα με ώτα που χωρά είκοσι δύο λίτρα.  Ο δεύτερος στους ιππικούς αγώνες θα έπαιρνε μια γκαστρωμένη εξάχρονη φοράδα ενώ ο τρίτος λέβητα αμεταχείριστο που χωρούσε τέσσερα λίτρα. Για τον τέταρτο όρισε βραβείο δύο τάλαντα χρυσάφι ενώ ο πέμπτος θα έπαιρνε δίωτο αμφορέα αχρησιμοποίητο.

Ο Αχιλλέας στάθηκε στη μέση και μίλησε σ` όλους τους παρευρισκόμενους: « Ατρείδη Αγαμέμνονα και φίλοι βασιλιάδες. Αν οι ιππικοί αγώνες δεν ήταν για τη μνήμη του Πατρόκλου θα συμμετείχα κι εγώ και ξέρετε όλοι ότι θα νικούσα και θα έπαιρνα το πρώτο βραβείο αφού τα άλογα μου δε χάνουν ποτέ. Είναι αθάνατα και ο Ποσειδών τα έδωσε γαμήλιο δώρο στον πατέρα μου κι αυτός όταν μεγάλωσα τα έδωσε σ` εμένα. Όμως εγώ δεν θα λάβω μέρος σ` αυτούς τους ιππικούς αγώνες γιατί τα άλογα μου αυτά φροντιστή και ηνίοχο είχαν τον Πάτροκλο. Αυτός τα έπλυνε, τα ξίστριζε, τα καθάριζε και έραινε τις χαίτες τους με αρωματισμένο λάδι.

Δείτε τα άλογα πενθούν τον Πάτροκλο τον θείο και σκύβουν τα κεφάλια μέχρι της γης το χώμα. Οι χαίτες τους οι όμορφες λερώνονται στις λάσπη. Ακίνητες οι κεφαλές των αθανάτων ίππων τα δάκρυα τους τα καυτά αφήνουνε στο χώμα. Μα τώρα ελάτε στη σειρά και μπείτε στ` άρματα σας να ξεκινήσουν οι λαμπροί οι ιππικοί αγώνες στη μνήμη του ηνίοχου του φίλου μου Πατρόκλου.».

Ο Εύμηλος ο γιος του Άδμητου, σηκώθηκε πρώτος. Είχε νικήσει σε πολλούς αγώνες. Μετά προσήλθε ο Διομήδης που είχε τα άλογα του Τρώα Αινεία. Τρίτος εμφανίστηκε ο ξανθός Μενέλαος με δυο γρήγορα άλογα τον Πόδαγρον και την Αίθη. Την πανέμορφη φοράδα Αίθη είχε δωρίσει στον Αγαμέμνονα ο Εχέλωπος ο γιος του Αγχίση.

Ψ` 300 Τέταρτος εμφανίστηκε ο Αντίλοχος ο γιος του Νέστορα με δυο άλογα από την Πύλο πανέμορφα. Ο Νέστωρ πλησίασε τον γιο του Αντίλοχο και του είπε: «Γιε μου από μικρό σ` αγάπησε ο Δίας κι ο κοσμοσείστης Ποσειδών και σου δωσαν τη χάρη τα άλογα να κυβερνάς με τάξη και με τόλμη. Γνωρίζεις τα μυστικά των στροφών, των σημαδιών πολύ καλά και είναι περιττές οι δικές μου συμβουλές.  Όμως γιε μου τα άλογα σου είναι οκνά και αργά.  Δεν περιμένω πολλά απ` αυτά. Οι άλλοι έχουν ταχύτερα άλογα. Πρέπει να σκεφτείς σοφίσματα και τεχνάσματα για να νικήσεις. Όμως όπως ο ξυλοκόπος τα καταφέρνει καλύτερα με κάποια μυστικά παρά με τη δύναμη του, όπως ο καπετάνιος που γνωρίζει καλά τα μυστικά της θάλασσας, των ανέμων και την αξία του πλοίου του, έτσι και ο καλός ηνίοχος ξεπερνά τον αντίπαλο του ακόμα κι αν έχει πιο γρήγορα και δυνατά άλογα. Κράτα γερά τους χαλινούς με σκέψη και με τάξη και φρόντιζε να ξεπερνάς τον κάθε αντίπαλο σου.

Στη στροφή του ιππόδρομου πρόσεξε το Σήμα: Ένας μεγάλος ξερός κορμός από δρυ ή από πεύκο είναι βαθιά χωμένος στο χώμα και υψώνεται μια οργιά (1).

(1) ὄργυιᾰ, Αττ. ὄργυᾰ-ᾶς,  το μήκος των οριζοντίως τεντωμένων βραχιόνων, περίπου 6 πόδια ( 1.80 με 2.00 μ)

 Ο κορμός αυτός, το Σήμα της στροφής, στηρίζεται από δύο λευκούς λίθους που τον κρατούν κατακόρυφο σταθερά στη θέση του. Εκεί που βρίσκεται αυτό το Σήμα ίσως να είναι η θέση της ταφής κάποιου σπουδαίου άντρα. Τώρα αυτό επέλεξε ο Αχιλλέας για τη θέση του ελιγμού των αρμάτων. Όταν πλησιάζεις εκεί χαμήλωσε το σώμα σου προς αριστερά μέσα στο άρμα. Πέρνα όσο πιο κοντά μπορείς στο Σήμα και άφησε χαλαρά τα χαλινάρια του δεξιού αλόγου. Καθοδήγα με φωνές που εννοούν τα άλογα. Τη στροφή να την πάρεις με το αριστερό άλογο με προσοχή να μην ακουμπήσεις το Σήμα και σπάσει το άρμα ή τραυματιστούν τα άλογα. Μετά οδήγα τα άλογα να τερματίσουν πρώτα και ας έχουν οι αντίπαλοι πιο γρήγορα μπεγίρια.».

Αυτά είπε ο Νέστορας στο γνωστικό παιδί του

Ψ`350 και πίσω γύρισε ξανά στη θέση που καθόταν.

Πέμπτος τους ίππους έζεψε ο κρητικός Μηριόνης.

Ο Αχιλλέας έριξε τους κλήρους. Πρώτος κληρώθηκε ο Αντίλοχος Νεστορίδης, δεύτερος ο Εύμηλος, μετά ο Μενέλαος, ο Μηριόνης και πέμπτος ο Διομήδης.

Ο Αχιλλέας όρισε επόπτη  και κριτή τον Φοίνικα που στάθηκε στο Σήμα του ελιγμού. Δόθηκε η εκκίνηση, οι αγωνιζόμενοι σήκωσαν τα μαστίγια και έδωσαν με δυνατές φωνές τις εντολές στα άλογα που έτρεχαν ξέφρενα σηκώνοντας σκόνης σύννεφο στα ύψη ανεβασμένο. Οι χαίτες των αλόγων αναδευόταν έντονα καθώς σαν φτερωτά πετούσαν στον αέρα ενώ οι τροχοί πότε πατούσαν στη γη και πότε δεν πατούσαν. Έφτασαν στο Σήμα και έκαναν αναστροφή στον ελιγμό και στράφηκαν προς την ακρογιαλιά.
Πρώτος βρέθηκε εκεί ο Εύμηλος, δεύτερος ο Διομήδης που η ανάσα των αλόγων του ζέσταινε την πλάτη του Ευμήλου. Ο Διομήδης θα προσπερνούσε αλλά ο Φοίβος Απόλλων του απέσπασε το μαστίγιο από το χέρι. Δάκρυσε τότε ο Διομήδης καθώς έβλεπε το προπορευόμενο άρμα του Ευμήλου να ξεμακραίνει προς τον τερματισμό. Η Αθηνά έσπευσε να δώσει το μαστίγιο στον Τυδείδη και να εμψυχώσει τα άλογα του. Θυμωμένη καθώς ήταν με τον Απόλλωνα, η Αθηνά έσπασε τον ζυγό στο άρμα του Ευμήλου. Οι φοράδες άφησαν το διαλυμένο άρμα και χλιμιντρίζοντας έφυγαν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Ο Εύμηλος έπεσε κάτω τραυματισμένος.
Ψ` 400 Ο Διομήδης, με τη συμβολή της Αθηνάς ήταν πλέον πρώτος.

Ακολουθούσε ο Μενέλαος και έπειτα ο Αντίλοχος Νεστορίδης που μίλησε στα άλογα του και είπε: « Εμπρός ορμήστε άλογα, τεντώστε τα κορμιά σας. Δε σας ζητώ να φτάσουμε τον θεϊκό Τυδείδη που έσπευσε η Αθηνά μ` ορμή να τον ωθήσει, μα τρέξτε να περάσουμε το άρμα του Ατρείδη. Αρσενικά μου άλογα μη χάσετε απ την Αίθη. Είναι ντροπή να χάσετε εσείς από φοράδα.».

Τα άλογα του Αντίλοχου άκουσαν και κατάλαβαν τις εντολές του οδηγού τους και όρμησαν ακάθεκτα. Στο δρόμο υπήρχε μια καθίζηση που είχε φέρει δυνατή βροχή. Ο Αντίλοχος εκμεταλλεύτηκε αυτή την ανωμαλία του δρόμου και προσπέρασε τον διστακτικό Μενέλαο που θύμωσε με τον παράτολμο Νεστορίδη. Εκείνος αδιαφόρησε για το θυμό και τις φωνές του Ατρείδη και όπως ο δίσκος φεύγει με μεγάλη ορμή από το χέρι του δισκοβόλου έτσι, με τέτοια ορμή, ο Αντίλοχος προσπέρασε το άρμα του Μενελάου.
Ο Ατρείδης είπε στον Νεστορίδη: «Αντίλοχε κανείς θνητός παράτολμος, δεν είναι σαν και σένα. Σε κίνδυνο τεράστιο έβαλες τις ζωές μας και τις ζωές των ίππων μας άσκεφτε αμαξολάτη. Για σκεφτικό σε νόμιζα για δίκαιο σε είχα.».

Ο ξανθός Μενέλαος παρότρυνε τα άλογα του κι εκείνα τον άκουσαν και όρμησαν με μεγάλη ταχύτητα προς τον τερματισμό.

Οι θεατές έβλεπαν τα άρματα να κοντοζυγώνουν με μεγάλη ταχύτητα και ορμή.

Ο βασιλιάς των Κρητικών Ιδομενεύς που παρακολουθούσε τους αγώνες από ψηλά, είδε πρώτος ένα όμορφο άλογο με ξανθή χαίτη και μια λευκή βούλα στο μέτωπο. Άκουσε και τη φωνή του ηνίοχου και είπε στους Αργείους: « Διακρίνω φίλοι αρχηγοί, δε με γελούν τα μάτια, τον Διομήδη νικητή να τερματίζει πρώτος. Πρώτος θα είναι καθαρά ο βασιλιάς του Άργους.».

Ο Αίας αντιμίλησε ο γρήγορος Οιλίδης: «Ιδομενέα φαίνεται καλά πως σε γελούν τα μάτια κι έσπευσες σ` όλους μας να πεις ποιος νικητής θα είναι. Πολυλογάς και βιαστικός είσαι Ιδομενέα. Ο Εύμηλος είναι μπροστά με τις γοργές φοράδες.».

Αμέσως του απάντησε των Κρητικών ο άρχων: «Αίαντα είσαι βιαστικός, σ` αρέσουν οι καυγάδες. Άμυαλος είσαι φίλε μου και σπεύδεις να μιλήσεις. Βάζουμε στοίχημα αν θες, τρίποδα και λεβέτι και με κριτή τον αρχηγό τον σεβαστό Ατρείδη.».

Ο φτεροπόδαρος Αίας φούντωσε και ζητούσε αντίλογο. Όμως ο Αχιλλέας πήρε το λόγο και είπε: «Οι έριδες κι οι τσακωμοί καθόλου δεν ταιριάζουν σε τούτη την εκδήλωση στη μνήμη του Πατρόκλου. Σε λίγο όλοι  εδώ θα μάθουμε τον πρώτο και τον ύστερο μόλις θα τερματίσουν.».

Αμέσως εμφανίστηκε να φτάνει ο Τυδείδης, ο Διομήδης ο τρανός ο βασιλιάς του Άργους.

Ψ` 500. Μόλις τερμάτισε  παρέδωσαν τα έπαθλα που είχε ορίσει ο Αχιλλέας για τον πρώτο: Ο ηνίοχος Σθένελος πήρε τα βραβεία, την κόρη και τον τρίποδα και τα έδωσε στους συντρόφους του. Εκείνος ξέζεψε τα άλογα από το άρμα.

Δεύτερος τερμάτισε ο Αντίλοχος Νεστορίδης που νίκησε τον Μενέλαο που είχε γρηγορότερα άλογα. Τον κέρδισε με στρατηγική και τέχνασμα, όπως τον είχε δασκαλέψει ο πατέρας του Νέστωρ.

Τρίτος, πολύ κοντά στον δεύτερο τερμάτισε ο Μενέλαος. Αν είχαν ακόμα λίγο δρόμο θα προσπερνούσε ο Ατρείδης.

Τέταρτος έφτασε ο Μηριόνης πολύ κοντά με τον τρίτο, όσο το μήκος ενός κονταριού.

Τελευταίος έφτασε ο Εύμηλος που είχε το ατύχημα κατά τη διάρκεια του αγώνα. Έσερνε το άρμα του ο ίδιος, ενώ μπροστά  πήγαιναν  τα άλογα του. Ο Αχιλλέας τον συμπόνεσε και είπε: «Ύστερος ο καλύτερος με τ’ άλογα του ήλθε. Προτείνω να του δώσουμε το δεύτερο βραβείο. Το πρώτο μας το έπαθλο το πήρε ο Διομήδης.».
Ο Αχιλλέας θα του έδινε το βραβείο, την πανέμορφη φοράδα,  αλλά πετάχτηκε χολωμένος ο Αντίλοχος Νεστορίδης και είπε:
«Πηλείδη είσαι άδικος, πολύ θα σου θυμώσω που παίρνεις το βραβείο μου στον Εύμηλο να δώσεις. Χρυσάφι έχεις και χαλκό, κοπέλες κι άλλα δώρα  μες στη σκηνή σου βρίσκονται ατρόμητε Πηλείδη.  Δος` του μερίδιο απ` αυτά να τον ευχαριστήσεις.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.