Η κακή επίδοση του Μπαίντεν στο χθεσινό τηλεοπτικό ντιμπέιτ με τον Τραμπ, τα σχόλια μέλους του ακροδεξιού βρετανικού κόμματος Reform ότι ο στρατός πρέπει να πυροβολεί τους μετανάστες και η πιθανότητα η ακροδεξιά να αποσπάσει την πλειοψηφία στη Γαλλία αποτελούν ορισμένες από τις σημαντικότερες ειδήσεις του σημερινού διεθνούς έντυπου τύπου.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι Times γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους : «Πυροβολήστε τους παράνομους μετανάστες λέει στέλεχος του κόμματος Reform» και στο κύριο άρθρο τονίζει ότι στέλεχος του ακροδεξιού κόμματος του Νάιτζελ Φάρατζ είπε στους ψηφοφόρους ότι οι παράνομοι μετανάστες πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως στόχοι εξάσκησης του Βρετανικού στρατού και ότι τα τζαμιά πρέπει να γίνουν πάμπς. Όπως τονίζει η εφημερίδα ρεπόρτερ της οι οποίοι παρίσταναν τους οπαδούς του συγκεκριμένου κόμματος στο Κλάκτον, την έδρα του οποίου ελπίζει να κερδίσει ο Φάρατζ, τράβηξαν βίντεο στελέχους του κόμματος στο οποίο λέει ότι οι μετανάστες πρέπει να πυροβολούνται άμεσα. Όλες δε αυτές οι αποκαλύψεις έρχονται στο φως καθώς το κόμμα του Φάρατζ δέχεται κριτική για σεξιστική και ρατσιστική συμπεριφορά μεταξύ των υποψηφίων του. Ο Guardian από την πλευρά του έχει πρωτοσέλιδο τίτλο : « Θα κερδίσουμε την πλειοψηφία στη Γαλλία λέει η Λε Πεν».

Στη Γαλλία η Le Monde έχει πρωτοσέλιδο τίτλο : «Εκλογές : Μια δυνατή Εθνική Συσπείρωση, μια δυναμική στην Αριστερά» και επισημαίνει ότι αυτή την Κυριακή στο πρώτο γύρο των εκλογών το ακροδεξιό κόμμα της Μαρίν Λε Πεν μπορεί να διπλασιάσει τα ποσοστά που απέσπασε στις εκλογές του 2022 σύμφωνα με δημοσκόπηση της εφημερίδας. Ειδικότερα τονίζει ότι τέσσερις στους δέκα Γάλλους πολίτες επιθυμούν τη νίκη της Εθνικής Συσπείρωσης και των συμμάχων της σύμφωνα με δημοσκόπηση του ινστιτούτου Ipsos. Σημειώνει ακόμη ότι το νέο Λαϊκό Μέτωπο (Αριστερά) εμφανίζεται ως ο βασικός αντίπαλος του κόμματος του Ζορντάν Μπαρντελά. Το άρθρο υπογραμμίζει ακόμη ότι σύμφωνα με τη δημοσκόπηση η συμμετοχή μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και το 60%, ήτοι το επίπεδο συμμετοχής των εκλογικών αναμετρήσεων στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Η Le Figaro από την πλευρά της έχει πρωτοσέλιδο τίτλο : «Η Μελόνι θέλει να ταρακουνήσει τις πολιτικές ισορροπίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης»

Στη Γερμανία η Handelsblatt γράφει ότι «στον δρόμο του προς την ελευθερία ο Τζούλιαν Ασάνζ αγιοποιείται από τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία τον παρουσιάζουν ως ήρωα που “θυσίασε την ελευθερία του για χάρη της αλήθειας». Παρατηρεί ότι «το τέλος όμως του νομικού σίριαλ του Ασάνζ θα έπρεπε να αποτελέσει αφορμή για την κριτική αντιμετώπιση του ιδίου και της πλατφόρμας του. Βασική προϋπόθεση όμως γι’ αυτό είναι να αναγνωρίσει κανείς το πόσο αμφιλεγόμενη φιγούρα είναι ο Ασάνζ. Τονίζει ακόμη ότι ταυτοχρόνως όμως ο Ασάνζ «δημοσίευσε στο διαδίκτυο και μυστικά έγγραφα χωρίς καμία επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων διαφόρων πληροφοριοδοτών της αμερικανικής κυβέρνησης. Με αυτόν τον τρόπο η WikiLeaks έφερε διάφορους αντιφρονούντες στο Αφγανιστάν ή στην Λευκορωσία de facto στα χέρια των Ταλιμπάν του λευκορωσικού καθεστώτος αντιστοίχως και αναφέρει ότι οι ηθικές αρχές της δημοσιογραφικής δουλειάς δεν τον ενδιέφεραν τελικά καθόλου.
.jpg)
Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού τις ΗΠΑ τέλος η Washington Post έχει τίτλο αναφορικά με την χθεσινή τηλεμαχία Μπαίντεν-Τραμπ : «Ο Μπάιντεν αγωνίζεται στο κρίσιμο ντιμπέιτ» και υπογραμμίζει ότι ο Μπάιντεν εξαπέλυσε μια σκληρή προσωπική επίθεση εναντίον του Τραμπ ο οποίος απάντησε το ίδιο σκληρά. Σημειώνει ακόμη ότι κακή επίδοσή του στην χθεσινή τηλεμαχία έχουν προκαλέσει σοβαρή ανησυχία στις τάξεις των Δημοκρατικών ψηφοφόρων.
