Οι πολίτες κάνουν τις επιλογές τους μέσω της κάλπης, οι πολιτικοί όταν ηττώνται τα εκλογικά και πολιτικά τους σχέδια δηλώνουν «λάβαμε το μήνυμα», αλλά οι αγορές είναι ο μεγάλος κριτής, ο «δίκης οφθαλμός ος τα πάνθ’ ορά». Οι μεγάλοι υποβολείς πολιτικής δεν είναι πλέον οι πολίτες, αλλά οι αγορές.
Ταυτόχρονα όμως η ψήφος των πολιτών μπορεί να βραχυκυκλώσει τις εκτιμήσεις και τους σχεδιασμούς των παραγόντων της αγοράς. Καθώς λοιπόν τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών δεν ευνοούν τις mainstream -και σε πολλές χώρες της Ε.Ε. κυβερνώσες- πολιτικές δυνάμεις, τα κάθε είδους «μηχανάκια» των αγορών δουλεύουν πυρετωδώς για να αποτιμήσουν το εκλογικό αποτέλεσμα και να «τιμολογήσουν» το πολιτικό ρίσκο.
Πολιτικό ρίσκο
Βεβαίως είναι νωρίς για να γίνει κάτι τέτοιο με μεγάλη ακρίβεια. Η πρώτη αίσθηση όμως, όπως αποτυπώθηκε σήμερα στα χρηματιστήρια μετοχών, στις αγορές των ομολόγων και στα ανταλλακτήρια νομισμάτων, είναι -αναμενόμενα- αρνητική. Παρ’ όλο που οι αρχικές αντιδράσεις «μαζεύτηκαν» με την πάροδο των ωρών, εν όψει ψυχραιμότερων εκτιμήσεων που άλλωστε απαιτούν και… ρεπορτάζ στις ευρωπαϊκές καγκελαρίες και εσωτερική πληροφόρηση για τους πολιτικούς σχεδιασμούς της επόμενης μέρας, είναι προφανή δύο βασικά συμπεράσματα:
Πρώτον, ότι ο άμεσα υψηλότερος βαθμός πολιτικού ρίσκου εμφανίζεται στη Γαλλία, τη δεύτερη ισχυρότερη χώρα -και οικονομία- της Ε.Ε. Γι’ αυτό εξάλλου στη Γαλλία παρατηρούνται οι πιο «θερμές» αντιδράσεις των αγορών, με τη μεγαλύτερη πανευρωπαϊκά πτώση στις τιμές μετοχών (με έμφαση στις τράπεζες) και ομολόγων.
Δεύτερον, ότι το ζήτημα που θέτουν ορθά-κοφτά τα αποτελέσματα είναι η αύξηση του πολιτικού ρίσκου για την Ε.Ε. και την ευρωζώνη καθαυτές. Το πρόβλημα του οποίου πρέπει να προσδιοριστεί το βάθος και η ένταση είναι πόσο θα πληγεί η «κυβερνησιμότητα» της Ε.Ε. και ιδιαίτερα της ευρωζώνης. Αυτός ο προσδιορισμός δεν εξαρτάται μόνο από την πλήρωση των κορυφαίων θέσεων ευθύνης στον ευρωπαϊκό «μηχανισμό» (πρόεδρος Ε.Ε., πρόεδρος Κομισιόν και κρίσιμα χαρτοφυλάκια), αλλά από κάτι βαθύτερο και πολύ πιο δύσκολο: από την ικανότητα των όποιων πολιτικών συμμαχιών ήθελε διαμορφωθούν να δώσουν στιβαρές απαντήσεις στα όχι απλώς κρίσιμα, αλλά υπαρξιακά προβλήματα που έχουν τεθεί: προβλήματα στιβαρής πολιτικής ηγεσίας (ο περίφημος γαλλο-γερμανικός άξονας είναι στα κάτω του ύστερα από την εκλογική συντριβή των Μακρόν και Σολτς), προβλήματα ανταγωνιστικότητας σε σχέση με ΗΠΑ – Ε.Ε., προβλήματα επαναπροσδιορισμού της στρατηγικής στο ζήτημα της «πράσινης» μετάβασης, προβλήματα μεθόδου στο ζήτημα της επαναβιομηχάνισης, προβλήματα αντίληψης στο θέμα του πολέμου στην Ουκρανία και του σχεδίου για ενιαίο ευρωπαϊκό «χώρο άμυνας και ασφάλειας», προβλήματα σχετικά με την οικονομική πλευρά της διαχείρισης της εκτεταμένης λαϊκής δυσαρέσκειας που εκδηλώθηκε στις ευρωεκλογές (αυτό αφορά τόσο τις κυβερνήσεις όσο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα).
Είναι φανερό ότι τα προβλήματα είναι πολλά, σοβαρά και περίπλοκα στην αντιμετώπισή τους. Και αν δεν διαμορφωθούν πειστικοί πολιτικοί όροι για να αντιμετωπιστούν, οι αγορές θα τιμολογήσουν το πολιτικό ρίσκο πολύ ψηλά. Στην περίπτωση μη ύπαρξης στιβαρής πολιτικής ηγεσίας και μη πειστικής πολιτικής απάντησης ένα παρεπόμενο πρόβλημα θα είναι ο πιθανός «θεσμικός σεχταρισμός» των ευρωπαϊκών οργάνων που θα κληθούν να καλύψουν το πολιτικό κενό.
Ελληνική οικονομία
Για την ώρα η προσοχή των οικονομικών αναλυτών και των αγορών είναι στραμμένη στα προβλήματα «κυβερνησιμότητας» της Ε.Ε. Ετσι δεν είναι τυχαίο ότι τα ομόλογα και οι μετοχές της ευρωπαϊκής περιφέρειας υπέφεραν λιγότερο σε σχέση με των ισχυρών χωρών (ιδιαίτερα Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία). Ωστόσο αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή περιφέρεια θα μείνει στο απυρόβλητο. Κι όχι μόνο των αγορών, αλλά και της θεσμικής γραφειοκρατίας των Βρυξελλών.
Τα προηγούμενα ισχύουν ακόμη περισσότερο για την ελληνική οικονομία, για την οποία η «επόμενη μέρα» δεν επιφυλάσσει γαλαντομίες εκ μέρους των αγορών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Η ελληνική οικονομία θα βρίσκεται στο εξής στα ραντάρ των αγορών, της Κομισιόν και των άλλων ευρωπαϊκών οργάνων ακόμη πιο έντονα. Οχι μόνο λόγω έντασης της ανασφάλειας για τις ευρωπαϊκές προοπτικές καθαυτές, αλλά και εξαιτίας του ότι επανεμφανίζεται και στην περίπτωση της Ελλάδας το πολιτικό ρίσκο με δύο τρόπους:
Πρώτον, με την καθαυτό πολιτική έννοια της στιβαρής διακυβέρνησης με «λυμένα χέρια» και σύμφωνα με τις απαιτήσεις των αγορών. Ναι μεν δεν υπάρχει άμεση αμφισβήτηση της πολιτικής κυριαρχίας Μητσοτάκη (λόγω ανυπαρξίας εναλλακτικής), αλλά ανακύπτουν «από το πουθενά» ερωτήματα για τις ελληνικές πολιτικές προοπτικές.
Δεύτερον, στην προοπτική των επόμενων εθνικών εκλογών και σε ένα περιβάλλον επανόδου στην πανευρωπαϊκή λιτότητα του νέου Συμφώνου Σταθερότητας θα δοκιμαστούν οι αντοχές της ελληνικής κυβέρνησης μπροστά στους πειρασμούς να… χρηματοδοτήσει την επανεκλογή της.
Σε ποια ζητήματα ο ευρωπαϊκός έλεγχος αναμένεται ότι θα είναι στο εξής πιο αυστηρός;
● Στο ζήτημα της εφαρμογής της πρόβλεψης του νέου Συμφώνου Σταθερότητας ότι ο «δημοσιονομικός χώρος», δηλαδή το υπερ-πλεόνασμα του προϋπολογισμού, δεν θα διατίθεται αυτονόητα για μέτρα κοινωνικής στήριξης παρά μόνο ένα μικρό μέρος του και για συγκεκριμένες και στοχευμένες δράσεις.
● Σε ζητήματα που αφορούν τις «γνωματεύσεις» της Eurostat για θέματα όπως οι κρατικές εγγυήσεις, ο αναβαλλόμενος φόρος των τραπεζών κ.λπ.
● Στους όρους -και τους χρόνους- απορρόφησης των πόρων και υλοποίησης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Ηδη η ελληνική κυβέρνηση έχει δεχτεί τις παρατηρήσεις της Κομισιόν, η δε Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά την υπόθεση απευθείας αναθέσεων ύψους 2,5 δισ. ευρώ για έργα του ΤΑΑ.
Αφήσαμε τελευταίους τους οίκους αξιολόγησης. Μέχρι τις εκλογές η κατάσταση ήταν η εξής: ο Moody’s στην τελευταία του αξιολόγηση όχι μόνο δεν προέβη σε αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου, αλλά δεν αναβάθμισε καν τις προοπτικές –είναι ο μόνος οίκος που δεν έχει αναβαθμίσει το ελληνικό αξιόχρεο στην επενδυτική βαθμίδα. Ο Standard&Poor’s προδιέγραψε νέα αναβάθμιση, καθώς αναβάθμισε τις προοπτικές σε θετικές. Ο Fitch, που ακολούθησε, δεν αναβάθμισε καν τις προοπτικές. Σε ένα τέτοιο τοπίο η υπόθεση νέων αναβαθμίσεων του ελληνικού αξιόχρεου, που θα αποτελούσαν αντιστάθμισμα στις πιέσεις των αγορών, «χλομιάζει».

Το «πρόσημο» της οικονομικής πολιτικής
Η κυβέρνηση βρίσκεται εξ αντικειμένου μπροστά στο μεγάλο δίλημμα για το από εδώ και στο εξής «πρόσημο» της οικονομικής πολιτικής: Θα συνεχίσει στον δρόμο των «μεταρρυθμίσεων χωρίς αναισθητικό», που οι εκλογές απέδειξαν ότι έχει τροφοδοτήσει εκτεταμένη πολιτική δυσαρέσκεια, ελπίζοντας ότι θα «ρεφάρει» με θετικές επιδόσεις της οικονομίας, ή θα αποδεχτεί σιωπηλά το τέλος των οικονομικών μεταρρυθμίσεων και θα εξαντλήσει τα περιθώρια για μέτρα στήριξης κοινωνικών ομάδων ελπίζοντας ότι η πολιτική ρευστότητα στην Ευρώπη θα την προστατεύσει από «τιμωρητικές» πρωτοβουλίες των ευρωπαϊκών αρχών;
Θα αλλάξει απλώς τρόπο και ύφος επικοινωνίας της οικονομικής της πολιτικής, μετατοπιζόμενη από το «επιθετικό» στιλ των στελεχών του οικονομικού επιτελείου; Σε συνάρτηση και με όλα τα προηγούμενα, το δίλημμα είναι σοβαρό και δεν έχει εύκολη απάντηση.
