Μπούμερανγκ γυρνάει στον Κυριάκο Μητσοτάκη η έσχατη προσπάθεια απόσεισης των κυβερνητικών ευθυνών για την τραγωδία των Τεμπών και τα νέα επιχειρήματα που επιστρατεύει σε αυτήν την κατεύθυνση.
Ειδικότερα, στη χθεσινή διακαναλική του συνέντευξη Τύπου στα Χανιά, προκειμένου να απαντήσει σε ερώτημα για τους κυβερνητικούς χειρισμούς στη διερεύνηση της υπόθεσης του πολύνεκρου δυστυχήματος, ο κ. Μητσοτάκης επικαλέστηκε ένα ευρωπαϊκό παράδειγμα, λέγοντας ότι «το 2013 έγινε ένα αντίστοιχο τραγικό δυστύχημα στην Ισπανία, με 80 νεκρούς. Η δίκη ξεκίνησε πολλά χρόνια μετά και ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί. Εδώ θα ξεκινήσει σε χρόνο – ρεκόρ».
Η αλήθεια είναι ότι η καθυστέρηση αυτή στην εξιχνίαση της σιδηροδρομικής τραγωδίας με 80 νεκρούς στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα της Ισπανίας (24.10.2013) οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι αρχικά επιχειρήθηκε να αποδοθούν ποινικές ευθύνες μόνο στον οδηγό της αμαξοστοιχίας, που έτρεχε με διπλάσια ταχύτητα απ’ όσο επιτρεπόταν στο σημείο εκείνο.
Η υπόθεση ξανάνοιξε το 2016, έπειτα από επιμονή των συγγενών των θυμάτων, που ζητούσαν ευρύτερη διερεύνηση των ευθυνών. Και παράλληλα κατήγγελλαν ότι έπρεπε να είχε παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη και η αρμόδια υπουργός Ανα Παστόρ (βλ. Le Monde, «Spain: Trial opens into 2013 train crash that killed 80», 5.10.2022). Για κακή τύχη του κ. Μητσοτάκη, η κ. Παστόρ ήταν στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος, με το οποίο συνδέεται ο ίδιος στενά. Μετά την ανάδειξή του, μάλιστα, στην πρωθυπουργία της Ελλάδας, είχε κληθεί και είχε εκφωνήσει λόγο στο συνέδριο του κόμματος αυτού στις 3.10.2021. Το Λαϊκό Κόμμα είχε αναδείξει τότε την Ανα Παστόρ στο προεδρείο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Επομένως, ο παραλληλισμός των δύο υποθέσεών από τον Ελληνα πρωθυπουργό, στην πραγματικότητα, έρχεται να ενισχύσει την κατηγορία που απευθύνεται στην κυβέρνηση για επιχείρηση συγκάλυψης στην υπόθεση της τραγωδίας των Τεμπών.
Την ίδια ώρα, ο Κυρ. Μητσοτάκης, στην ίδια συνέντευξη Τύπου, ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο συνεργασίας του με τα εγχώρια κόμματα και σχήματα της Ακροδεξιάς που βρίσκονται στο ελληνικό Κοινοβούλιο, σε ενδεχόμενη μη επίτευξη αυτοδυναμίας στις εθνικές εκλογές του 2027, μετά και τις φιλοφρονήσεις του προς την ακροδεξιά Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι.
Ο ίδιος μπορεί να απέκλεισε ένα τέτοιο σενάριο, λέγοντας ότι «πολύ κοινός τόπος με τα κόμματα τα οποία βρίσκονται στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας δεν υπάρχει. Δεν μπορούμε να συζητήσουμε ουσιαστικά με ανθρώπους οι οποίοι επικαλούνται έναν ψευτοπατριωτισμό, μόνο και μόνο για να γοητεύσουν κάποιους ψηφοφόρους, οι οποίοι μπορεί να έχουν ιδιαίτερες εθνικές ευαισθησίες. Και σίγουρα δεν μπορούμε να συνομιλήσουμε με κόμματα τα οποία εργαλειοποιούν τη θρησκεία με τρόπο απροκάλυπτο», όμως για τους Ευρωπαίους ακροδεξιούς, όπως η Μελόνι, δεν είχε τίποτα να πει.
Κι ενώ δεν είπε λέξη για τους ακροδεξιούς της Ευρώπης, αυτή που τελικά είπε ότι δεν μπορεί ο ίδιος να συνεργαστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι η ευρωπαϊκή Αριστερά: «Αυτή είναι μία ευρωομάδα με την οποία κανείς ουσιαστικά δεν θέλει να συνομιλεί σήμερα. Μιλάμε ότι είναι τα άκρα, τα αριστερά άκρα του Ευρωκοινοβουλίου», ενισχύοντας έτσι ακόμα περισσότερο την επιχείρηση ξεπλύματος προς την Ιταλίδα πρωθυπουργό, στην οποία είχε επιδοθεί τις προηγούμενες μέρες.
Κατά τα λοιπά, ο Κυρ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στο θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών και της αμφισβήτησής της από τους εθνικιστές της άλλης πλευράς. Σε μια φράση του, έκανε κι ο ίδιος αυτό που κάνουν κι εκείνοι, όταν παραβιάζουν τη σύνθετη ονομασία της χώρας, με το να την αποκαλούν «Μακεδονία» σκέτο.
Δηλαδή, αντί να αποκαλέσει τη γειτονική χώρα Βόρεια Μακεδονία, ο Ελληνας πρωθυπουργός την αποκάλεσε «Σκόπια», λέγοντας συγκεκριμένα ότι «θα απαιτήσουμε απόλυτη συμμόρφωση στο ζήτημα αυτό. Και να τονίσω ότι δεν είμαστε μόνοι μας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή λέει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Αρα, η Ελλάδα δεν είναι απομονωμένη. Είναι τα Σκόπια που είναι απομονωμένα, ακολουθώντας αυτή την πολιτική».
Ομως, στη γενικότερη τοποθέτησή του, ο κ. Μητσοτάκης έδειξε ότι, μπροστά στη διεθνή και ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, έχει ξαναβάλει πίσω στην ντουλάπα τη στολή του «Μακεδονομάχου» που είχε ξαναφορέσει το προηγούμενο διάστημα της προεκλογικής περιόδου.
Σε αυτό το πλαίσιο, δήλωσε ότι «αναμένω από τον εντολοδόχο πρωθυπουργό της Βόρειας Μακεδονίας να αναγνωρίσει δημόσια, με τρόπο ρητό και κατηγορηματικό, ότι σέβεται τη Συμφωνία των Πρεσπών, ότι το όνομα της χώρας του είναι Βόρεια Μακεδονία, erga omnes, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό», προσθέτοντας ότι θα του θέσει το ζήτημα αυτό στη Διάσκεψη Κορυφής του ΝΑΤΟ, ενώ παραδέχτηκε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών έχει «σημαντικές διαστάσεις», λέγοντας συγκεκριμένα πως «πιστεύω ότι θα πρυτανεύσει η λογική τελικά και ότι θα υπάρξει αναγνώριση του αυτονόητου, ότι αυτή η Συμφωνία για εμάς είχε πολλά αρνητικά, αλλά μία από τις σημαντικές διαστάσεις της ήταν ακριβώς η μία και ενιαία σύνθετη ονομασία έναντι όλων».
