Καθώς πλησιάζουν οι ευρωεκλογές η δημόσια συζήτηση αναμφίβολα θα στραφεί στις προτεραιότητες που θέτουν τα μεγάλα πολιτικά ρεύματα. Η Ακρα Δεξιά και γενικά οι συντηρητικές δυνάμεις θα θέσουν το ζήτημα της ασφάλειας ως προμετωπίδα της εκστρατείας τους. Με ανησυχία μάλιστα μια σύγκλιση στο σημείο αυτό των προσεγγίσεων του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος με τη ρητορική και τις προτεραιότητες της Ακρας Δεξιάς, ανησυχία αναγόμενη στην προοπτική μιας σοβαρής αξιακής διάστασης μεταξύ των κύριων ευρωπαϊκών πολιτικών ομάδων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ζήτημα της ασφάλειας δεν αφορά ή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ή να δαιμονοποιηθεί από την προοδευτική παράταξη, σε όλες τις εκδοχές και τις αποχρώσεις της; Κατ’ αρχάς, η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας μικρής και μεγάλης, η εμπέδωση ενός συστήματος και ενός κλίματος αβίαστης καθημερινότητας απαντούν μια εμφανή και σοβαρή μορφή ανισότητας ανάμεσα σε έχοντες και μη έχοντες, καθώς τα πιο αδύναμα οικονομικά στρώματα είναι τελικά περισσότερο εκτεθειμένα σε τέτοια φαινόμενα.
Δεν συμμεριζόμαστε λοιπόν τις αναλύσεις εκείνες που ισχυρίζονται ότι μιλώντας για θέματα ασφάλειας προσχωρούμε στην ακροδεξιά ρητορική και ρίχνουμε νερό στον μύλο της. Η προσχώρηση των προοδευτικών δυνάμεων σε τέτοιες αναλύσεις θα φέρει πολιτικές και ιδεολογικές ήττες στο μέλλον, με τις συνέπειες που αυτές θα έχουν στη ζωή των πολλών. Αντίστοιχα αποτελέσματα θα έχει η αδράνεια των προοδευτικών δυνάμεων σε θέματα ασφάλειας, όπου αυτές βρίσκονται σε θέσεις διακυβέρνησης και ευθύνης.
Ομως ποια είναι η μεγάλη διαφορά της προσέγγισης των προοδευτικών στο ζήτημα: Πρώτα απ’ όλα, εντοπίζει τις αιτίες της ανασφάλειας και της βαναυσοποίησης της καθημερινότητας και τις αντιμετωπίζει. Αντίθετα, οι συντηρητικές φωνές αποθεώνουν την κατασταλτική, αστυνομοκεντρική και πολλές φορές στρατοκρατορική αντιμετώπιση.
Επίσης, η συντηρητική προσέγγιση έχει συνήθως και μια υστεροβουλία: να επισκιάσει τις συνέπειες σκληρά νεοφιλελεύθερων επιλογών. Στη συνέχεια οι προοδευτικές δυνάμεις αντιπαραθέτουν στα φαινόμενα ανασφάλειας τα μέσα εκπολιτισμού της καθημερινότητας: τις καλές και προσβάσιμες σε όλους δημόσιες υπηρεσίες, ιδίως Υγείας και Παιδείας, την καλλιέργεια των τεχνών και της σύνδεσής τους με την καθημερινότητα των πολιτών. Ακολούθως, πλησιάζοντας εγγύτερα τα συγκεκριμένα προβλήματα, μια προοδευτική προσέγγιση ξεχωρίζει τις πτυχές που χρήζουν αντιμετώπισης μέσω των κοινωνικών υπηρεσιών, πριν φτάσει στην κατασταλτική αντιμετώπιση.
Η προοδευτική παράταξη παλεύει για την αντιμετώπιση της οικονομικής ανασφάλειας και της ανέχειας, τόσο των αποκλεισμένων όσο και των εργαζομένων. Η εργασιακή ανασφάλεια, ο πληθωρισμός υπερκερδών σε βασικά αγαθά, το γεγονός για να έρθουμε στα καθ’ ημάς πρόσφατα ότι το δημόσιο σύστημα υγείας μετατρέπεται σε πλατφόρμα παροχής υπηρεσιών σε βάση εμπορική και η ανώτατη εκπαίδευση παραδίδεται στην εμπορευματοποίηση είναι τα πεδία όπου οι προοδευτικές, σοσιαλιστικές και αριστερές δυνάμεις αγωνίζονται για να ανατρέψουν πολιτικές που γεννούν ευημερία για λίγους και ανασφάλεια για ολοένα και περισσότερους.
Τελειώνοντας τις ενδεικτικές ασφαλώς αυτές σκέψεις, η προοδευτική προσέγγιση δίνει θέση στο περιεχόμενο του δημόσιου λόγου, που ασφαλώς μεταπλάθεται σε λόγο καθημερινό στην κοινωνία. Η πυροδότηση -για να μην πούμε η πυροκρότηση- των υπαρκτών κοινωνικών αντιθέσεων μέσω λόγου μίσους δημιουργεί ένα υπόστρωμα βίας και ανασφάλειας. Απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα η προοδευτική παράταξη πρέπει να ξεχωρίζει ως προς την καταδίκη του ακραίου λόγου.
*Δικηγόρος στον Αρειο Πάγο, διδάκτορας Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων
