Λέμε ότι το κόστος του πολέμου Ισραήλ – Χαμάς, εκτείνεται πέρα από τη Γάζα. Εκτός από τις αυξανόμενες απώλειες, δεν έχουμε δει ακόμα τις πραγματικές διαστάσεις του. Από τον Οκτώβριο του 2023 οι ισορροπίες στη Μέση Ανατολή έχουν ανατραπεί. Για παράδειγμα, η έναρξη του πολέμου στη Γάζα κινητοποίησε, δέκα μέρες μετά, το υποστηριζόμενο από το Ιράν χτύπημα των Χούθι της Υεμένης κατά της διεθνούς ναυτιλίας. Οι ένοπλες ομάδες που συμμαχούν με το Ιράν έχουν ξεπεράσει τις συνήθεις κόκκινες γραμμές στις καθημερινές επιθέσεις τους κατά αμερικανικών/ισραηλινών στόχων. Οι Συμφωνίες του Αβραάμ για συνεργασία (και ευημερία) Ισραήλ και αραβικών κρατών φαντάζουν πιο ουτοπικές απ’ ό,τι το 2020: υποτίθεται θα απάλλασσαν τη Μέση Ανατολή από τα βάρη των συγκρούσεων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θέλουν ή/και δεν μπορούν να ελέγξουν τη γενοκτονική συμπεριφορά του Νετανιάχου. Το Ισραήλ εδώ και δεκαετίες είναι αποδέκτης ετήσιας οικονομικής βοήθειας από τις ΗΠΑ, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει πόλεμος. Από την ίδρυση του Ισραήλ οι ΗΠΑ έχουν δώσει μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια, επειδή είδαν τη χώρα ως στρατηγικό περιφερειακό εταίρο στη Μέση Ανατολή.
Ανεξάρτητα από τη στρατηγική πώλησης όπλων και συστημάτων, σήμερα η Αμερική χρηματοδοτεί στην ουσία τη συνέχιση των πολέμων (στην Ουκρανία και στη Γάζα), με κίνδυνο όμως να αντιμετωπίσει μια εποχή μειωμένης επιρροής και υπερβολικά εκτεταμένης εμπλοκής δίχως εν τω μεταξύ να υπάρχει σχεδόν καμία προοπτική για διακυβέρνηση ή για ένα βιώσιμο καθεστώς μετά τον πόλεμο. Ανεξάρτητα από τις μεταβολές στις σχέσεις Παλαιστινίων – Ισραηλινών, η Μέση Ανατολή έχει μπει σε μια τροχιά απροσδιοριστίας.
Ο ΟΗΕ και κυρίως τα φοιτητικά κινήματα στις ΗΠΑ και τις πρωτεύουσες του κόσμου για τον τερματισμό του πολέμου ή υπέρ των Παλαιστινίων στέλνουν σήματα. Αλλά δυστυχώς, όπως τη δεκαετία του 1960, αντιμετωπίζονται με διώξεις, συκοφαντίες για αντισημιτισμό και καταστολή. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής καταφεύγουν σε ξεπερασμένα πλαίσια με αποτέλεσμα, σε δυτικούς κύκλους, να επανέρχεται η κουβέντα περί «Συνδρόμου του Βιετνάμ» –κάτι που επιβεβαιώθηκε από τις εξελίξεις των τελευταίων ετών π.χ. με την ήττα στο Αφγανιστάν (2001-2021).
Οταν το 1973 οι ΗΠΑ συνυπέγραψαν το τέλος του πολέμου με τους εκπροσώπους του Βόρειου Βιετνάμ, ο πόλεμος συνεχίστηκε. Τυπικά τελείωσε τον Απρίλιο του 1975, όταν απομακρύνθηκε και το τελευταίο ελικόπτερο από την πρεσβεία των ΗΠΑ στη Σαϊγκόν. Το κόστος του πολέμου ήταν βαρύ. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο, ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν μία από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες τραγωδίες του 20ού αιώνα. Οι ΗΠΑ έχασαν περί τους 60.000 στρατιώτες. Πάνω από 8.000 αμερικανικά αεροσκάφη είχαν καταρριφθεί. Τραυματίστηκαν πάνω από 154.000 Αμερικανοί και περί τις 20.000 σύμμαχοι των ΗΠΑ. To εκτιμώμενο χρηματικό κόστος του πολέμου στο Βιετνάμ κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων Κένεντι, Τζόνσον και Νίξον ήταν 176 δισεκατομμύρια δολάρια (περί το 1 τρισεκατομμύριο σημερινά δολάρια).
Ο πόλεμος οδήγησε στην αύξηση του αντιαµερικανισµού. Επέτρεψε στην ΕΣΣΔ να υλοποιήσει τα πυρηνικά προγράμματά της, ενόσω οι ΗΠΑ ήταν απορροφημένες στο Βιετνάμ, µε αποτέλεσμα ο κόσμος να οδηγηθεί σε πυρηνική ισορροπία στα τέλη της δεκαετίας του ’60.
Στο Βιετνάμ ο πόλεμος είχε προκαλέσει τον θάνατο 2 εκατομμυρίων αμάχων, 1,1 εκατομμυρίου Βιετκόνγκ, 250.000 Νοτιοβιετναμέζων, τον τραυματισμό 3 εκατομμυρίων και την αναγκαστική προσφυγοποίηση 12 εκατομμυρίων. Τα αμερικανικά αεροπλάνα είχαν ρίξει εφτά εκατομμύρια τόνους βομβών -τριπλάσια ποσότητα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο-, ναπάλμ και χημικά αποφυλλωτικά (για να κάψουν τη ζούγκλα και τη βλάστηση που κάλυπτε τους Βιετκόνγκ). Οι γειτονικές χώρες υπέστησαν τεράστιες απώλειες (το Λάος 100.000 και η Καμπότζη 200.000 ζωές), αφού ο πόλεμος επί Νίξον είχε επεκταθεί με μυστικές επιδρομές σε Λάος και Καμπότζη παραβιάζοντας την κυριαρχία τους. Με το τέλος του πολέμου η Καμπότζη βίωσε τη φρίκη του καθεστώτος του Πολ Ποτ και των «Ερυθρών Χμερ» την περίοδο 1976-1979.
Η Αμερική βγήκε τραυματισμένη από τον πόλεμο και προσπάθησε να κατανοήσει τα διδάγματα του πολέμου του Βιετνάμ. Πολλοί απλώς επέλεξαν τη σιωπή. Οσοι μίλησαν, κατηγόρησαν τους άλλους για όλα τα στραβά. Με τα λόγια ενός βετεράνου, «οι στρατιωτικοί κατηγορούσαν τους πολιτικούς, οι δεξιοί κατηγορούσαν τους αριστερούς, οι αριστεροί κατηγορούσαν τους δεξιούς και τα μέσα ενημέρωσης κατηγορούσαν τους διαδηλωτές».
Το αμερικανικό μοντέλο κυοφορούσε τον κρίσιμο παράγοντα εκδήλωσης του παγκόσμιου Μάη: το μεγαλύτερο -από τη νίκη ή την ήττα- κόστος ενός πολέμου. Τα φοιτητικά κινήματα, όπως σήμερα με τη Γάζα, απέρριπταν όχι μόνο τον πόλεμο, αλλά ένα σύνολο κυρίαρχων «αξιών». Διαισθητικά ήξεραν Ηρόδοτο: «Κανένας δεν είναι τόσο ανόητος ώστε να προτιμά τον πόλεμο από την ειρήνη. Στην ειρήνη, τα παιδιά θάβουν τους γονείς. Στον πόλεμο, οι γονείς θάβουν τα παιδιά».
