Στις 17/2/2024, στο θέατρο «Ολύμπια», στο πλαίσιο του τρέχοντος προγραμματισμού του ΟΠΑΝΔΑ, παρουσιάστηκε συναυλιακά η γαλλόφωνη εκδοχή της νεανικής όπερας του Σπύρου Σαμάρα «Μετζέ» (1888). Διηύθυνε ο Βύρων Φιδετζής. Καθώς η πρωτότυπη ενορχήστρωση του έργου θεωρείται ανεπανόρθωτα χαμένη, ο αρχιμουσικός αναδημιούργησε δική του βασιζόμενος στο διασωθέν σπαρτίτο για πιάνο και φωνές, και στη γνώση του από την πολύχρονη ενασχόληση με τον Σαμάρα. Η ακρόαση επιβεβαίωσε την αντίληψη για το στίγμα του συνθέτη, όπως αυτή παγιώνεται βαθμιαία ακούγοντας όπερές του σε αυθεντικές («Ρέα», «Μάρτυς»), αποκατεστημένες («Κρητικοπούλα»), ή πλήρως αναδημιουργημένες ενορχηστρώσεις («Τίγκρα», «Λιονέλλα», «Μετζέ»): στίγμα στο χρονικό και υφολογικό ενδιάμεσο μεταξύ γαλλικής ρομαντικής όπερας της Belle Époque και ιταλικού βερισμού, με όχι ιδιαίτερα ευδιάκριτη προσωπική υπογραφή που, επιπλέον, καλύπτεται από συνειρμικά δεσπόζουσες καταβολές/ομοιότητες σε στερεότυπα και μείζονες συνθέτες της εποχής.
Ας θυμόμαστε, βέβαια, ότι κρίνουμε τα πράγματα με προβληματικό ετεροχρονισμό (τα έργα ξανακούγονται έπειτα από σιωπή ενός αιώνα!) και με πολύ πρωθύστερες προσλήψεις: σήμερα η συμβατικώς οριενταλιστική (και κάπως… Βαλκάνια!) «Μετζέ» συγκρίνεται αναπόδραστα με τους «Αλιείς μαργαριταριών». Οι όπερες του Σαμάρα έχουν να προσθέσουν σημαντικά στην ιστορία της όπερας στην Ελλάδα˙ διεθνώς, πάλι, μάλλον λίγα. Ωστόσο σύγχρονα ανέβασμάτά τους, μουσικά και σκην(οθετ)ικά ψαγμένα και φροντισμένα, μπορούν να (απο)δείξουν ότι ανήκουν σε εκείνες τις περιπτώσεις που μια τίμια, εμπνευσμένη διαχείριση μπορεί να αναστήσει ένα αδύναμο έργο και να δώσει πολλά! Κυρίως χαρτογραφώντας πειστικά αλληλεπικαλύψεις, ανανοηματοδοτήσεις και διπλές οπτικές ανάμεσα στο (ευρωπαϊκό) κέντρο και την (ελληνική) περιφέρεια της εποχής. Μουσική πατριδογνωσία!
Ο Φιδετζής συνέπραξε με τη Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών και τη Χορωδία του Δήμου Αθηναίων. Τη διανομή στελέχωσαν ξένοι και Ελληνες πρωταγωνιστές: η Γαλλίδα υψίφωνος Λουσί Πεϊραμόρ (Lucie Peyramaure, Μετζέ), ο τενόρος Κωνσταντίνος Κληρονόμος (Ναΐρ), η επίσης Γαλλίδα μεσόφωνος Ελοΐζ Μας (Héloïse Mas, Βαζάντα), ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς (Σελίμ), ο βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου (Καντούρ) και ο Γάλλος μπασοβαρύτονος Φλοράν Λερού-Ρος (Florent Leroux-Roche, Αμγκιάντ). Το ακρόαμα που ακούσαμε ήταν γενικώς καλό. Στον εντυπωσιακά ρωμαλέο, λαμπερό Κληρονόμο, ο οποίος μας χάρισε πέρυσι έναν εξαίρετο καλομοιρικό «Πρωτομάστορα», ανατέθηκε τα τραγουδήσει τον Ναΐρ, ρόλο καταφανώς πιο ταιριαστό σε λυρικό τενόρο, με μαλακότερη άρθρωση και ηδύ ηχόχρωμα. Εξοχα ζευγαρωμένες φωνητικά, Πεϊραμόρ και Μας (ιδού μια εξαιρετική Αμνερις!) ενσάρκωσαν εξαίρετα τις Μετζέ και Βαζάντα, προσφέροντας μουσικά ακριβές, καλαίσθητο, αφειδώλευτα χυμώδες τραγούδι και, επιπλέον, μερικές υπέροχες στιγμές μελωδικής συνήχησης λυρικής υψιφώνου-μυώδους μεσοφώνου. Εξαιρετικός ως «κακός» Σελίμ ήταν ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, πολύ καλός ο βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου ως Καντούρ. Καλά τραγούδησε –αν και χαμένη κάπου στο βάθος– η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων. Ο Φιδετζής διηύθυνε με σφρίγος και νεύρο, υπογραμμίζοντας το συμβατικό μιλιταριστικό ματσίσμο αλλά επίσης βοηθώντας το μελωδικό υλικό της «Μετζέ» να ανθήσει ανεμπόδιστα.
Βραδιά τραγουδιού από τη Φανή Αντωνέλου
Η υψίφωνος Φανή Αντωνέλου, μια από τις πιο σεμνές και «ψαγμένες» Ελληνίδες τραγουδίστριες, συνοδευόμενη από τη Γερμανίδα πιανίστρια Κέρστιν Μερκ, έδωσε ένα θαυμάσιο ρεσιτάλ τραγουδιού στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του κρατικού Μεγάρου Μουσικής (9/2/2024). Η πρότασή τους έφερε ίδιο τίτλο –«Affinities»/«Συγγένειες»– και ομοίως ερεθιστικά ενδιαφέρον στίγμα προς τον εξαιρετικό δίσκο που ηχογράφησαν οι δυο τους και κυκλοφόρησε από τη σουηδική BIS (Νοέμβριος 2019). Ο δίσκος περιλάμβανε σε μουσικοαισθητικά καταδεικτική (αντι)παράθεση 23 τραγούδια Ελλήνων και Γερμανών συνθετών (Τσεμλίνσκι, Βάιλ, Γιάρναχ, Τουίλ, Μπέερ-Βάλντμπρουν, Σένμπεργκ). Στη συναυλία, τα τραγούδια των Σμυρνιών Κωνσταντινίδη και Καλομοίρη, του Αθηναίου Μητρόπουλου, του Χαλκιδαίου Σκαλκώτα, και του Θεσσαλονικιού Ριάδη ακούστηκαν εναλλάξ και απέναντι σε πιο «ασφαλείς», παραδοσιακές επιλογές: Μέντελσον, Μπραμς, Κλάρα Σούμαν, Σένμπεργκ. Καθώς διαθέτει καλλιεργημένη μουσικότητα, καλή τεχνική, υψηλή μουσική ευφυΐα και φωνή ιδανική για Lied –μέσου όγκου, ευλύγιστη, τονικά ακριβή, φωτεινή– η Αντωνέλου διέπλασε εκφραστικά πολυδιάστατες, μεστές ερμηνείες που σαγήνευσαν και κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον. Επιπλέον, σε σύμπραξη με την πιανίστρια υποστήριξαν άψογα το τελείως ιδιαίτερο αισθητικό/στυλιστικό στίγμα κάθε επιλογής τους, καθιστώντας τη ροή του προγράμματος διπλά συναρπαστική!
