Έφτασαν στον ποτάμιο θεό Ξάνθο, το γιο του Δία, με τις όμορφες ροές και δίνες. Τότε τους χώρισε και τους μισούς έστρεψε προς την πόλη. Η Ήρα άπλωσε πυκνή καταχνιά μπροστά τους. Οι άλλοι μισοί είχαν στριμωχθεί και αμύνονταν εκεί δίπλα στις στροβιλιζόμενες ασημένιες δίνες του ποταμού. Πολλοί έπεφταν στα τρεχούμενα νερά και κολυμπώντας προσπαθούσαν να σωθούν από τις βολές του Αχιλλέα. Εκείνος ακούμπησε το δόρυ του στα κλαδιά ενός αρμυρικιού και πήδηξε στο ποτάμι κρατώντας το ξίφος του. Έμοιαζε με εξολοθρευτή θεό. Σκότωνε όποιον έβρισκε μπροστά του μέχρι που τα νερά του ποταμού βάφτηκαν κόκκινα από το αίμα των Τρώων. Πήρε όμηρους δώδεκα έφηβους για να τους θυσιάσει στην τελετή της πυράς του Πατρόκλου. Διέταξε κάποιους βοηθούς να πάνε τους δώδεκα όμηρους στο στρατόπεδο του. Αυτός ξανάπεσε σαν θηρίο στη μάχη και σκότωσε τον Λυκάονα το γιο του Πριάμου που είχε βγει από το ποτάμι και έτρεχε να σωθεί. Μετά τον πέταξε μέσα στο ποτάμι λέγοντας:
«Το αίμα σου να καταπιούν του ποταμού τα ψάρια κι η μάνα σου να μη σε βρει να σε μοιρολογήσει. Με τις ροές του ποταμού στη θάλασσα να φτάσεις κι εκεί ότι απέμεινε σκυλόψαρα να φάνε. Όλοι οι Τρώες σαν και σε θα κακοθανατήσουν για να πληρώσουν το κακό που κάνανε σε μένα σαν σκότωσαν τον Πάτροκλο τον λατρευτό μου φίλο».
Ο Σκάμανδρος τον άκουσε και σκιάχτηκε και κείνος κι ας ήταν γιος του αρχηγού του Δία του Κρονίδη. Σκέφτηκε πως, τους άμοιρους τους Τρώες, να γλυτώσει απ` τ` Αχιλλέα την οργή και τον τυφλό θυμό του.
Ο Αχιλλέας όμως δεν σταματούσε ούτε από τους θεούς, ούτε από τους ανθρώπους. Βγήκε από το ποτάμι και κινήθηκε προς τον Αστερόπαιο το γιο του Πηλεγόνου και της Περίβοιας. Αυτός, ψυχωμένος, κρατούσε δυο κοντάρια γιατί χρησιμοποιούσε με άνεση και επιδεξιότητα και τα δύο του χέρια. Περίμενε έτοιμος να πολεμήσει και να αντισταθεί. Ο ποτάμιος θεός Σκάμανδρος χολωμένος που τόσους σκότωσε στα νερά του ο Αχιλλεύς, έδινε κουράγιο στον Αστερόπαιο.
Βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο Αχιλλέας είπε:
Φ 150 « Ποιος είσαι άμοιρε εσύ και ποια `ναι η γενιά σου και πως τολμάς και στέκεσαι απέναντι σε μένα;»
«Πηλείδη μεγαλόκαρδε τι με ρωτάς να μάθεις; Πέφτει μακριά η χώρα μου, τη λένε Παιονία και έχει χώματα παχιά και ευτυχείς ανθρώπους, πανάξιους πολεμιστές ανίκητους στο δόρυ. Εκεί `μαι βασιλιάς εγώ και γιος του Πηλεγόνου. Στα μέρη μας δίνει ζωή το όμορφο ποτάμι, το ωραιότερο στη γη, ο Αξιός ο μέγας. Αυτός είναι που στέκεται Πηλείδη απέναντι σου. Και τώρα ας πολεμήσουμε κι ας είσαι φημισμένος και τρομερός πολεμιστής, εγώ δε σε φοβάμαι».
Ο Αστεροπαίος πέταξε πρώτα το ένα κοντάρι και ο Αχιλλέας το απέκρουσε με την ασπίδα που του είχε φτιάξει ο Ήφαιστος. Το δεύτερο κοντάρι του Αστεροπαίου τραυμάτισε ελαφρά τον Αχιλλέα στο δεξί χέρι και καρφώθηκε στο χώμα πίσω του παλλόμενο.
Ο Αχιλλέας πέταξε το κοντάρι του στον αντίπαλο αλλά εκείνο καρφώθηκε δίπλα στον Αστεροπαίο στην όχθη του ποταμού. Ο αντίπαλος προσπάθησε πολλές φορές να ξεκαρφώσει το κοντάρι από το χώμα και να κτυπήσει τον Αχιλλέα αλλά δεν τα κατάφερε. Με τόση δύναμη το είχε εξακοντίσει ο Αχιλλέας. Ο Πηλείδης τράβηξε το σπαθί του και σκότωσε τον αντίπαλο του μ` ένα κτύπημα στην κοιλιά. Ο Αχιλλέας τον πάτησε στο στήθος και είπε:
Φ 200 «Μείνε στο χώμα άψυχος ω γιέ του Πηλεγόνου. Είσαι από καλή γενιά και θεϊκή σπουδαία. Εγώ `μαι όμως άμοιρε απ` τη γενιά του Δία που είναι πάνω απ` τους θεούς και πάνω απ` τους ανθρώπους. Κανείς δεν είναι ανώτερος απ` τον Κρονίδη Δία».
Ο Αχιλλέας όρμησε ακάθεκτος στους Παίονες που έφευγαν τρομαγμένοι μετά τον θάνατο του αρχηγού τους. Σκότωσε πολύ γρήγορα τους Θερσίλοχο, Μύδωνα, Θρασίο, Αστύπυλο, Αίνιο, Μνήσον, Οφελέστη και ακόμα πολλούς. Ο ποτάμιος θεός Σκάμανδρος πήρε τη μορφή θνητού και με θυμό φώναξε:
«Πρώτος στη μάχη φαίνεσαι ανίκητε Πηλείδη αλλά νομίζω άδικα έχεις την πρώτη θέση. Δεν θα `σουνα ανίκητος εάν ο μέγας Δίας σε άφηνε αβοήθητο σ` αυτήν εδώ τη μάχη. Τα άγια μου ύδατα πάψε να τα λερώνεις κι αν θέλεις κι άλλους σκοτωμούς πήγαινε στο λιβάδι γιατί νεκρούς μου γέμισες τις όμορφες μου όχθες και δε μπορούν στη θάλασσα να φτάσουν τα νερά μου». Ο Αχιλλεύς απάντησε και είπε στο ποτάμι:
« Ω Σκάμανδρε του Δία γιε, θα κάνω αυτό που θέλεις. Τους Τρώες τους επίορκους θέλω να αναγκάσω στα τείχη μέσα να κλειστούν κι εγώ δεν ησυχάζω εκτός αν βρω τον Έκτορα στον Άδη να τον στείλω». Αυτά είπε στον Σκάμανδρο ο μέγας Αχιλλέας και σαν θεριό εφόρμησε επάνω στους εχθρούς του.
Ο ποταμός ικέτευσε τον γιο του Δία Φοίβο:
«Απόλλωνα του Δία γιε με τ` ασημένιο τόξο δε βλέπω να σεβάστηκες τα λόγια του Κρονίδη που αυστηρά σ` ανέθεσε τους Τρώες να στηρίξεις μέχρι που θα `ρθει η νυχτιά όλα να τα σκεπάσει».
Ο Αχιλλέας θυμωμένος πήδηξε στα νερά του ποτάμιου θεού κι εκείνος φούσκωσε τα νερά του και τα οδήγησε προς τον Πηλείδη. Θεόρατα κύματα κτυπούσαν τον Αχιλλέα και την Ηφαίστεια ασπίδα του. Εκείνος ήταν αδύνατο να αντισταθεί στην κολοσσιαία ορμή του ποταμού κι έχασε την ισορροπία του.
Ο θυμωμένος ποταμός μουγκρίζοντας σαν ταύρος έβγαλε έξω από τα νερά του τα πτώματα και τα απόθεσε στη στεριά ενώ προστάτευε τους ζωντανούς που κρυβόταν στις δίνες του. Ο Αχιλλεύς κρατήθηκε από τα πυκνά κλαδιά μιας μεγάλης φτελιάς και σαν αίλουρος πετάχτηκε έξω και τράβηξε προς την Τροία ενώ ο εξοργισμένος θεός Σκάμανδρος τον καταδίωκε κάτω να τον ξαπλώσει και να του κόψει την ορμή που του `δωσε ο Δίας.
Φ 250. Όμως ο Αχιλλέας σαν αετός πετούσε και τα χάλκινα όπλα του βροντούσαν καθώς ο ποταμός προσπαθούσε να τον φτάσει και να τον εξοντώσει με τα ορμητικά του νερά. Ο ποταμός είναι θεός και ο Αχιλλέας θνητός. Οι θεοί είναι ανώτεροι από τους θνητούς και έτσι ο ποτάμιος θεός πρόφταινε συχνά με τα νερά του τον γοργοπόδαρο Αχιλλέα και προσπαθούσε να τον ρίξει κάτω. Όταν σταματούσε για λίγο ο Πηλείδης να πάρει ανάσα και να κοιτάξει πίσω του να διακρίνει ποιοι θεοί τον κατατρέχουν τότε τα νερά του ποταμού φτάνανε στους ώμους του. Απογοητευμένος ο ήρωας έστρεψε τα μάτια του στον ουρανό και μίλησε:
« Πατέρα Δία αρχηγέ θεών εξήγησε μου γιατί αφήνεις ποταμό εμένα να με πνίξει; Η μάνα μου, η Θέτιδα άλλα είχε προβλέψει».
Την ίδια στιγμή εμφανίστηκαν μπροστά του η Αθηνά και ο Ποσειδών με ανθρώπινη μορφή, του έσφιξαν το χέρι και ο Ποσειδών του είπε:
«Πηλείδη κοίτα δυο θεοί μεγάλοι μπροστά σου είναι τώρα και μάλιστα με τη βουλή του Δία του Κρονίδη. Δε θα σε πνίξει ο ποταμός, δεν θέλει αυτό η Μοίρα. Συνέχισε να πολεμάς τους βέβηλους τους Τρώες μέχρι τα τείχη τους να μπουν τον πόλεμο ν` αφήσουν. Εσύ τον μέγα Έκτορα στη μάχη θα σκοτώσεις και όλοι θα σε δοξάσουμε για το κατόρθωμα σου».
Φ 300. Ο Αχιλλέας με τα λόγια του Ποσειδώνα και το θάρρος που του έβαλε στα στήθη η Αθηνά όρμησε αψηφώντας τον θυμωμένο Σκάμανδρο και τα ανίκητα, ορμητικά νερά του.
Ο Σκάμανδρος φώναξε στο κοντινό ποτάμι, τον Σιμόεντα:
« Αδελφέ Σιμόη, μάζεψε τα νερά σου και τα ορμητικά σου ρέματα και βοήθησε ν` ανακόψουμε την ορμή του Αχιλλέα πριν φτάσει και αλώσει την Τροία. Πάρε όλα τα νερά σου, ακόμα και από τους μικρούς χείμαρρους σου και κτίσε μέγα κύμα εναντίον του ασταμάτητου Πηλείδη πριν βάψει, ο ασεβής, και τα δικά σου τα νερά με ανθρώπινο αίμα. Αν τον αντιμετωπίσουμε μαζί θα τον νικήσουμε. Δεν θα τον σώσουν τα θεϊκά όπλα του, ούτε η παλληκαριά του, ούτε η ομορφιά του. Εμπρός Σιμόη αδελφέ να θάψουμε τον Αχιλλέα στη λάσπη κάτω από τα ορμητικά νερά μας. Να μη βρουν το σώμα του οι Έλληνες μνημείο να του φτιάξουν».
Αμέσως ο Σκάμανδρος ανέβασε τα ανίκητα νερά του και τα κατεύθυνε με ασυγκράτητη ορμή προς τον Αχιλλέα. Η Ήρα ανησύχησε και μίλησε στο γιο της τον θεό Ήφαιστο:
«Ήφαιστε ακριβέ μου γιε φέρε τις φλόγες όλες και όλες τις ανίκητες φωτιές σου μάζεψε της. Εγώ θα φέρω τον Νοτιά, τον Ζέφυρο επίσης να σπρώχνουν όλες τις φωτιές στους Τρώες τους γενναίους. Θα σταματήσεις τις φωτιές όταν σε διατάξω».
Ο Ήφαιστος υπάκουσε τη μητέρα του Ήρα και αμέσως άναψε τις φωτιές και τις αδάμαστες φλόγες του καίγοντας τους οπλίτες που σκότωσε ο Αχιλλέας στα νερά του Σκάμανδρου. Έκαψε όλα τα εμπόδια στη ροή του ποταμού ώστε να μην πυργώνεται το νερό εναντίον του Πηλείδη αλλά να φεύγει απρόσκοπτα προς τη θάλασσα.
Φ 350. Όλα τα δέντρα : Φτελιές, ιτιές, αρμυρίκια, θρύα, κάπαρες, βούρλα στις όχθες κάηκαν και το ποτάμι «άνοιξε» και φάρδυνε. Τα νερά φεύγανε προς την κοντινή θάλασσα και έτσι ο Σκάμανδρος έχασε τη δύναμη του που χρησιμοποιούσε εναντίον του Αχιλλέα.
(Φ 350, καίοντο πτελέαι τε καὶ ἰτέαι ἠδὲ μυρῖκαι,
καίετο δὲ λωτός τε ἰδὲ θρύον ἠδὲ κύπειρον,
τὰ περὶ καλὰ ῥέεθρα ἅλις ποταμοῖο πεφύκει·).
Ο θεός ποταμός μίλησε στον Ήφαιστο:
« Ήφαιστε του Κρονίδη γιε κανείς θεός με σένα δεν ημπορεί να παραβγεί γιατί τα καίνε όλα οι φλόγες σου οι άσβεστες όλα τα καταστρέφουν και χάμω τα σωριάζουνε, στάχτες τα κάνουν όλα. Εγώ που είμαι από νερό φοβάμαι τις φωτιές σου και σταματώ να μάχομαι τον μέγα Αχιλλέα». Στην Ήρα τότε μίλησε ο ποταμός ο Ξάνθος:
« Ήρα γιατί ο Ήφαιστος θέλει να μ` αφανίσει με τις φωτιές τις τρομερές με καίει και με σβήνει. Ας πάψει να με πολεμά κι εγώ θα σταματήσω τους Τρώες τους περήφανους να τους υποστηρίζω ακόμα κι αν οι Αχαιοί την Τροία αφανίσουν».
Η Ήρα πίστεψε τον ποτάμιο θεό και φώναξε στο γιο της Ήφαιστο:
«Ήφαιστε σβήσε τις φωτιές, τα φλόγιστρα σου σβήσε άλλο δεν θα πονέσουμε τον Σκάμανδρο το μέγα. Όχι για χάρη των θνητών θεός να υποφέρει».
Ο Ήφαιστος υπάκουσε αμέσως και τα νερά του ποταμού απρόσκοπτα κυλούσαν κελαρυστά προς τη θάλασσα.
Οι θεοί, άλλοι με τους Έλληνες κι άλλοι με τους Τρώες άρχισαν πάλι τις έχθρες, τους τσακωμούς και τις φωνές. Ο Δίας άστραψε και βρόντηξε. Ο Άρης επιτέθηκε στην Αθηνά και της είπε:
«Σκυλόμυγα (κυνάμυια) κατάφερες όλους να μας θυμώσεις. Να πιάσουμε τον πόλεμο για χάρη των ανθρώπων. Εμένα με τραυμάτισε ο μέγας Διομήδης αφού εσύ τον έβαλες να ρθει νε με κτυπήσει. Έχεις ψυχή ξεδιάντροπη, ποτέ δεν ησυχάζεις μα τώρα θα τιμωρηθείς για όλες σου τις ύβρεις».
Φ 400 Ο Άρης κτύπησε την Αθηνά με τη λόγχη του στην κροσσωτή αιγίδα που ούτε ο κεραυνός του Δία μπορεί να τρυπήσει.
Φ 400 Ὣς εἰπὼν οὔτησε κατ’ αἰγίδα θυσσανόεσσαν
σμερδαλέην, ἣν οὐδὲ Διὸς δάμνησι κεραυνός·
Η Αθηνά σήκωσε μια βαριά, μαύρη, μεγάλη τραχιά πέτρα που την είχαν ορόσημο στα κτήματα τους οι παλιότεροι.
ἣ δ’ ἀναχασσαμένη λίθον εἵλετο χειρὶ παχείῃ
κείμενον ἐν πεδίῳ μέλανα τρηχύν τε μέγαν τε,
Φ 405τόν ῥ’ ἄνδρες πρότεροι θέσαν ἔμμεναι οὖρον ἀρούρης·
Η Αθηνά κτύπησε με την τεράστια πέτρα τον Άρη στον αυχένα του. Ο θεός του πολέμου παρέλυσε από το τρομερό κτύπημα και έπεσε στη γη πιάνοντας επτά πλέθρα. Τα μαλλιά του γέμισαν σκόνη και τα όπλα τους βρόντηξαν δυνατά.
Η Αθηνά γέλασε και είπε με υπερηφάνεια στον πεσμένο Άρη:
« Καθόλου δεν το σκέφτηκες να κτυπηθείς μ` εμένα. Απ` όποια θέση κι αν το δεις είμαι ανώτερη σου. Η Ήρα, η μητέρα σου χολώθηκε με σένα που άφησες τους Έλληνες και πήγες με τους Τρώες που είναι υπερφίαλοι και υβριστές μεγάλοι».
Η Αθηνά έστρεψε αλλού τα πάμφωτα της μάτια ενώ η Αφροδίτη βοηθούσε τον πληγωμένο Άρη να σηκωθεί.
Η Ήρα είπε στην Αθηνά:
«Ω Αθηνά περήφανη, κόρη του μέγα Δία τρέξε και πρόλαβε. Η σκυλόμυγα η Αφροδίτη βοηθά τον Άρη να γλυτώσει».
Η Αθηνά όρμησε πάνω τους και κτύπησε την Αφροδίτη στο στήθος. Η θεά του Έρωτα ξαφνιάστηκε, φοβήθηκε και κόπηκαν τα γόνατα της. Έπεσε κάτω δίπλα στο Άρη.
Η Αθηνά καυχήθηκε και είπε:
«Κοιτάξτε ποιοι θεοί βοηθούν τους Τρώες απέναντι στους παντοδύναμους, θωρηκτούς Έλληνες. Η Αφροδίτη έσπευσε να βοηθήσει τον Άρη και έτσι πήρε και αυτή το μάθημα της από το βαρύ μου χέρι. Αυτοί οι θεοί που στήριξαν τους Τρώες μας εμπόδισαν να τελειώσουμε τον πόλεμο αυτόν υπέρ των Αχαιών και τώρα να είμαστε ήσυχοι από μάχες και φασαρίες».
Ο Ποσειδών είπε στον Απόλλωνα:
«Φοίβε θυμάσαι πόσα βάσανα τραβήξαμε όταν ο Δίας μας έστειλε τιμωρία στην Τροία να κτίσουμε τα απόρθητα τείχη της πόλης; Να εργαστούμε κάτω από τις διαταγές του σκληρού και άκαρδου βασιλιά Λαομέδοντα; Εγώ έκτιζα τα θεόρατα τείχη κι εσύ έβοσκες τα βόδια του αδίστακτου βασιλιά.
Φ 450. Όταν σήμαναν το τέλος της εργασίες μας οι χαρούμενες, θελκτικές Ώρες τότε ο άκαρδος βασιλιάς αρνήθηκε να πληρώσει την εργασία μας. Μας έδιωξε με απειλές ότι αφού μας κόψει τα αυτιά θα μας αλυσοδέσει και δούλους σε νησιά αυτός να μας πουλήσει. ( η απίστευτα σκληρή εργοδοσία απέναντι και σε θεούς). Φύγαμε με πόνο ψυχής που ο βασιλιάς μας στέρησε την αμοιβή που είχαμε συμφωνήσει και μας έδιωξε με βάναυσο τρόπο. Τώρα εσύ Απόλλωνα τα ξέχασες όλα αυτά και στηρίζεις τους Τρώες σ` αυτόν τον πόλεμο; Θα έπρεπε να ζητάς τον ριζικό αφανισμό τους ανδρών, γυναικών και παιδιών».
Ο Φοίβος του απάντησε αμέσως και του είπε:
«Ω Ποσειδώνα μέγιστε παύω να πολεμάω γι αυτούς τους άμοιρους θνητούς που τόσο πρόσκαιροι είναι. Τη μια σαν φύλλα πράσινα που `ναι ζωή γεμάτα, έχουν ψυχή και όρεξη τη ζήση να γλεντήσουν και την επόμενη στιγμή πέφτουν νεκροί στο χώμα. Ας πάψουμε να παίρνουμε το μέρος των ανθρώπων».
Ο Απόλλων στράφηκε αλλού. Δεν ήθελε να φιλονικήσει με τον κοσμοσείστη αδελφό του πατέρα του Δία.
Η δίδυμη αδελφή του Φοίβου, η σεβάσμια θεά των άγριων και ήμερων ζώων, η Άρτεμις, μίλησε με θυμό στον αδελφό της:
«Απόλλωνα μου σεβαστέ, ανίκητε τοξότη, φεύγεις κι αφήνεις μόνον του να κάνει τα κουμάντα ο γεωσείστης Ποσειδών των θαλασσών ο άρχων. Καυχιέται πως σε έπεισε να φύγεις απ` τις μάχες. Ήθελα και να γνώριζα είσαι ή όχι πρώτος στον κόσμο τούτο τοξευτής που άλλος δεν σε φτάνει; Μη σε ακούσω πια να λες και να το καμαρώνεις πως αντιστάθηκες εσύ στον μέγα κοσμοσείστη».
Ο Απόλλων δεν απάντησε στη δίδυμη αδελφή του. Της μίλησε όμως σκληρά η λευκοχέρα Ήρα:
«Είσαι μια σκύλα αδιάντροπη που τέτοια ξεστομίζεις εδώ μπροστά σε μένανε την Ήρα τη σπουδαία. Μη με θυμώνεις Άρτεμη κι ας είσαι τοξοφόρα και μη ξεχνάς τις εντολές που έχεις απ` τον Δία να κουμαντάρεις κοπελιές και τ` άγρια τα ζώα. Ποτέ σου να μην το σκεφτείς να μετρηθείς μαζί μου γιατί είμαι ανώτερη εγώ και σίγουρα θα χάσεις.».
Η Ήρα έπιασε τα χέρια της Αρτέμιδος με το αριστερό της χέρι ενώ με το δεξί την αφόπλισε παίρνοντας της το τόξο και τα βέλη. Την κτύπησε στις ρίζες των αυτιών με τα ίδια της τα βέλη ενώ γελούσε με την αντίδραση της νεαρής παρθένου θεάς. Η Άρτεμις φοβήθηκε την αδίστακτη Ήρα, τα έχασε, στριφογύριζε και τα βέλη πέσανε κάτω από τη φαρέτρα. Έφυγε κλαίγοντας, ντροπιασμένη. Παράτησε κάτω τα ανίκητα βέλη της και απομακρύνθηκε όπως κάνει το τρυγόνι που το κυνηγά γεράκι και τρέχει να κρυφτεί σε μια σχισμή βράχου.
Ο Ερμής μίλησε στη θεά Λητώ, μητέρα του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος:
« Λητώ δεν πολεμώ μ` εσέ, τρελός εγώ δεν είμαι να προσπαθήσω να πιαστώ με του Διός γυναίκα.
Φ 500. Μπροστά σε όλους τους θεούς καυχήσου, σε αφήνω, ότι με νίκησες εσύ και ας μην είναι αλήθεια».
Η Λητώ μάζεψε τα πεσμένα τόξα της κόρης της, της θεάς Αρτέμιδος και της τα έδωσε. Η Άρτεμις αναχώρησε για τον Όλυμπο. Έφτασε στα Ολύμπια δώματα του Δία και προσέπεσε κλαίγοντας στα γόνατα του. Συνταραζόταν από γοερό κλάμα τόσο που το αμβρόσιο φόρεμα της κυμάτιζε πάνω της.
Φ` 506 – 507 δακρυόεσσα δὲ πατρὸς ἐφέζετο γούνασι κούρη,
ἀμφὶ δ’ ἄρ’ ἀμβρόσιος ἑανὸς τρέμε·
ἀμβρόσιος, αμβροσία: τύπος του ἄμβροτος, αθάνατος. Η νύχτα και ο ύπνος αποκαλούνται αμβροσιακά, θεϊκά, ως δώρα των θεών· παρόμοια λέγεται για οτιδήποτε ανήκει στους θεούς, όπως τα μαλλιά τους, οι εσθήτες τους, τα σανδάλια τους, η τροφή και η φάτνη των αλόγων τους.
ἑᾱνός, -ή, -όν (ἕννυμι), αυτός που είναι κατάλλληλος να φορεθεί, ἑανῷ λιτί, με λεπτό ύφασμα ιδανικό να φορεθεί, κομψό και λευκό, πέπλος ἑᾱνός, λεπτό, διαφανές βέλο, λεπτό πέπλο, κατάλληλο για να το φορούν θεές και γυναίκες ευγενείς.
Ο Δίας με χαμόγελο την κόρη του ρωτάει:
«Ποίος σε πείραξε θεός αγαπημένη κόρη. Έκανες πράξη άδικη και θέλει να σε πλήξει;
Αμέσως του απάντησε η Άρτεμις, η όμορφα στεφανωμένη θεά του κυνηγιού:
«Πατέρα μου αγαπητέ η Ήρα η λευκοχέρα βαρύτατα με πρόσβαλε μπροστά στους αθανάτους».
Εν τω μεταξύ ο Απόλλων μπήκε μέσα στην Τροία γιατί φοβόταν μήπως οι Έλληνες, πριν την ώρα τους, εισβάλουν στην περιτείχιστη πόλη.
Οι υπόλοιποι θεοί έφυγαν για τον Όλυμπο άλλοι με αισιοδοξία και άλλοι με στενοχώρια. ,
Ο Αχιλλέας στο πεδίο της μάχης, σαν Χάρος, θέριζε τις ζωές των αντιπάλων του.
Ο βασιλέας Πρίαμος αντιλήφθηκε αμέσως την ασταμάτητη φονική επέλαση του Πηλείδη και κατέβηκε από τον ψηλό πύργο που παρατηρούσε τα τεκταινόμενα στο πεδίο της μάχης. Μίλησε στους φρουρούς των τειχών:
«Ανοίχτε και ορθάνοικτη αφήσατε την πύλη ώστε να μπούνε απρόσκοπτα όλοι οι δικοί μας άντρες που κυνηγά ο Αχιλλεύς κι όλοι οι Μυρμιδόνες. Έπειτα αμπαρώστε την, μέσα να μην περάσουν ».
Ο Απόλλων βγήκε από την πύλη να βοηθήσει τους Τρώες και τους συμμάχους τους ανακόπτοντας την ορμητική έφοδο του Αχιλλέα. Συνάντησε τον Αγήνορα το γιο του Αντήνορα. Του έβαλε, με θεϊκό τρόπο, θάρρος και κουράγιο στα στήθη και στάθηκε δίπλα του να τον προστατεύει από τις ανίκητες Μοίρες του θανάτου. Ο θεός τυλίχτηκε με ομίχλη και στηρίχτηκε σ` ένα δρυ.
Φ 550 Ο Αγήνωρ βλέποντας την επέλαση του Αχιλλέα σκέφτηκε ότι πράγματι δεν υπάρχει σωτηρία και η μόνη λύση είναι η σθεναρή αντίσταση. Ακόμα κι αν κρυβόταν στο δάσος της Ίδης πάλι δεν θα προλάβαινε να φτάσει εκεί γιατί ο Πηλείδης θα τον πρόφταινε και θα τον σκότωνε. Είναι ο πιο δυνατός πολεμιστής, απ` όλους τους θνητούς και τον υποστηρίζει και ο πρώτος των θεών, ο Ζευς. Ο πρώτος των θνητών και ο πρώτος των θεών συνιστούν ένα ανίκητο δίδυμο. Αυτά σκεφτόταν και αποφάσισε να σταθεί με το στρατό του, απέναντι στον ασυγκράτητο Αχιλλέα και τους Μυρμιδόνες. Ένιωσε σαν τη λεοπάρδαλη που ορμά εναντίον του οπλισμένου κυνηγού και των σκυλιών του που δεν το βάζει κάτω ακόμα κι αν λαβωθεί από το κοντάρι του κυνηγού. Ο γενναίος Αγήνωρ φώναξε στον Αχιλλέα ενώ την ίδια στιγμή τον σημάδευε με το δόρυ του:
«Λαμπρέ Πηλείδη δεν θα εκπορθήσεις σήμερα την Τροία τη δοξασμένη. Εγώ και ο στρατός μου θα σου σταθούμε εμπόδιο ώστε να προφυλάξουμε τον άμαχο πληθυσμό από τα αιματοβαμμένα χέρια σου. Εδώ θα βρεις το θάνατο που κιόλας σε ζητάει.».
Ο Αγήνωρ εξακόντισε το δόρυ του εναντίον του Αχιλλέα και τον πέτυχε στην κνήμη, κάτω από το γόνατο. Η περικνημίδα που είχε μαστορέψει ο Ήφαιστος από κασσίτερο σταμάτησε την αιχμή του δόρατος και το κοντάρι έπεσε κάτω.
Ο Αχιλλέας όρμησε εναντίον του Αγήνορα αλλά ο Φοίβος Απόλλων τον σήκωσε μέσα σε σύννεφο και τον γλύτωσε από βέβαιο θάνατο.
Φ 600 Ο Απόλλων πήρε τη μορφή του Αγήνορα και στάθηκε κοντά στον Αχιλλέα. Εκείνος όρμησε να τον κτυπήσει αλλά ο θεός σαν αστραπή κινήθηκε προς τον ποτάμιο θεό Ξάνθο και τις ακροποταμιές του. Έτσι ο στρατός των Τρώων με τη βοήθεια του Απόλλωνα που απομάκρυνε τους Μυρμιδόνες, πέρασε με βιασύνη στην ασφάλεια μέσα στην πόλη.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Στους αγαπημένους φίλους Ιωάννα και Γιώργο Χουντουμάδη.
