Κωστής Καζαμιάκης. 1*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σ` 350. Τον έλουσαν, τον έπλυναν και άλειψαν το σώμα με λάδι μυρωδάτο. Κάλυψαν όλες τις πληγές με αλοιφή σπουδαία που φτιάχτηκε από γιατρούς εννέα χρόνια πίσω. Σε στρώμα τον ξαπλώσανε, λεπτό υφαντό του ρίχνουν να σκεπαστεί ολόκληρος κι ένα λευκό σεντόνι για σάβανο του έβαλαν. Όλη τη νύχτα τον έκλαιγαν οι Μυρμιδόνες και ο Αχιλλέας.

Ο Δίας είπε στην Ήρα:

« Ήρα και πάλι πέτυχες αυτά που τόσο θέλεις. Ξεσήκωσες τον ήρωα τον μέγα Αχιλλέα στον αντροφόνο πόλεμο αυτός να επιστρέψει. Φρόντισες για τους Αχαιούς σα νάτανε παιδιά σου».

Η Ήρα του απάντησε χωρίς να χάσει χρόνο:

«Δία Κρονίδη αρχηγέ θνητών και αθανάτων. Τα λόγια που ξεστόμισες πάλι με αδικούνε. Ακόμα και ένας θνητός μπορεί να μεταπείσει άλλο θνητό και να του αλλάξει στοχασμό και δρόμο. Εγώ σαν γυναίκα σου και κόρη του Κρόνου λογαριάζομαι η πιο τρανή θεά. Εσύ διαφεντεύεις όλους τους θεούς. Εγώ δεν μπορώ να τα βάλω με τους Τρώες που τόσο έχω μισήσει;».

Η μητέρα του Αχιλλέα την ίδια ώρα που μιλούσε ο Δίας με την Ήρα, έφτανε στο μέγαρο του Ηφαίστου που ξεχώριζε από τα ανάκτορα των άλλων θεών για τα ιδιαίτερα δομικά του υλικά, όπου έλαμπε ο στραφταλιστός χαλκός. Ο Ήφαιστος είχε φτιάξει το ανάκτορο του μόνος του σαν πρώτος τεχνίτης που ήταν, πρώτος των πρώτων αρχιτέκτων και κορυφαίος γλύπτης. Η Θέτιδα τον πέτυχε να κατασκευάζει είκοσι τρίποδες και ήταν πολύ ιδρωμένος ανάμεσα στα αμόνια του, τα φυσερά και τα καμίνια του με τις πύρινες γλώσσες. Σε κάθε τρίποδο τοποθετούσε ρόδες από χρυσό ώστε να πηγαίνουν μόνα τους, αυτόματα, να παρατάσσονται τοίχο – τοίχο στην αίθουσα του θρόνου και να φωτίζουν πλέρια την ώρα των συνελεύσεων των θεών. Θαύμα ιδέσθαι.

 τρίποδας γὰρ ἐείκοσι πάντας ἔτευχεν
ἑστάμεναι περὶ τοῖχον ἐϋσταθέος μεγάροιο,
Σ 375χρύσεα δέ σφ’ ὑπὸ κύκλα ἑκάστῳ πυθμένι θῆκεν,
ὄφρά οἱ αὐτόματοι θεῖον δυσαίατ’ ἀγῶνα
ἠδ’ αὖτις πρὸς δῶμα νεοίατο θαῦμα ἰδέσθαι.
Στο τέλος της δουλειάς του πλησίαζε. Τέλειωνε τους τρίποδες και ετοίμαζε τις λαβές, τα πλουμισμένα ώτα.

Η Θέτιδα έφτασε στο θεϊκό εργαστήριο του χωλού θεού και πρώτη την είδε η γυναίκα του η ηλιογέννητη Χάρις. Της έσφιξε το χέρι και της είπε:

«Καλώς όρισες Θέτιδα τανύπεπλε. Τι σε φέρνει στο σπίτι μας; Έλα πέρασε να σε κεράσω ακριβή και σεβάσμια θεά».

Η Θέτιδα πέρασε στο ανάκτορο και η Χάρις την έβαλε να καθίσει σε θρόνο με ασημένια ξόμπλια και της πρόσφερε σκαμνάκι για τα πόδια της. Κάλεσε τον άντρα της τον Ήφαιστο:

«Έλα καλέ μου σύζυγε, παράτα τα λεβέτια, ήρθε η Θέτιδα εδώ. Να σου μιλήσει θέλει».

Ο Ήφαιστος επρόβαλε και μίλησε στην Θέτη.

«Ω! πολυσέβαστη θεά τι θες στ` αρχοντικό μου; Μεγάλη υποχρέωση σου έχω ακριβή μου. Η μάνα μου με πέταξε στ` Ωκεανού τα βάθη γιατί γεννήθηκα χωλός κι η μάνα μου ντρεπόταν που γιος του Δία του τρανού είχε κουτσό ποδάρι. Η Θέτις με αγκάλιασε καθώς κι η Ευρυνόμη η κόρη του Ωκεανού του μέγα αψορρόου.

Σ 400. Εννέα χρόνια έμεινα και χάλκευα στολίδια, σκουλαρίκια, βραχιόλια, περιδέραια και ότι μου ζητούσαν. Κανείς δεν ήξερε θεός, ούτε ο μέγας Δίας, πως ζούσα μέσα στη σπηλιά στ` Ωκεανού την άκρη. Οι μόνες που το γνώριζαν ήτανε η Ευρυνόμη και συ ω Θέτιδα καλή που μ` αγαπούσες τόσο. Μεγάλη χάρη σου χρωστώ και ζήτα μου τι θέλεις. Μαζεύω τ` εργαλεία μου κι έρχομαι πάλι πίσω».

Σηκώθηκε ο Ήφαιστος και πήγε στ` εργαστήρι. Έσβησε τα καμίνια του, συμμάζεψε τον χώρο κι έβαλε τ` εργαλεία του σε αργυρό μπαούλο. Πλύθηκε , καθαρίστηκε και φόρεσε χιτώνα, πήρε και το μπαστούνι του και γύρισε στην Θέτη. Δίπλα του παραστέκανε δυο θαυμαστές κοπέλες που μοιάζανε απαράλλαχτα με ζωντανές γυναίκες. Τις είχε φτιάξει ο Ήφαιστος για να τον συνοδεύουν. Είχαν μιλιά και δύναμη και νόηση μεγάλη και έμαθαν απ` τους θεούς των γυναικών τις τέχνες. Ανακρατούσαν πρόθυμα τον Ήφαιστο τον θείο που πήγε και θρονιάστηκε στης Θέτιδας το πλάι. Ο θρόνος που εκάθησε έλαμπε σαν τον ήλιο. Σφίγγει το χέρι της θεάς κι αυτά της λέει λόγια:

«Τι να σε φέρνει τάχα εδώ σεβάσμια θεά μας; Συχνά δεν έρχεσαι εδώ στα μέρη τα δικά μας. Ότι ζητήσεις ακριβή εγώ θα σου το κάνω εκτός αν είναι αδύνατο για τις δυνάμεις που `χω».

Η Θέτιδα με κλάματα απάντησε και είπε:
«Ήφαιστε, απ’ όσες ζουν στον Όλυμπο θεές καμιά δεν έχει τις πίκρες και τα βάσανα που έχω εγώ η μαύρη.

Ο Δίας με αδίκησε σε σχέση με τις άλλες αδελφές μου τις Νηρηίδες. Όλες παντρεύτηκαν με θεούς εκτός από μένα μου με πάντρεψε με τον θνητό Πηλέα, που δεν τον ήθελα για άντρα μου. Τώρα ο Πηλέας έχει γεράσει πολύ και δεν μπορεί να μου συμπαρασταθεί. Εγώ υποφέρω που ο γιος μας ο Αχιλλέας θα υποστεί της άδικης Μοίρας το γραμμένο. Ο γιος μου, πρώτος στους πρώτους, που τον ανάθρεψα σαν τον αροδαμό που ξεπετάχτηκε σε όμορφο περβόλι, τώρα στην Τροία βρίσκεται άοπλος, πονεμένος που έχασε τον φίλο του τον Πάτροκλο τον θείο. Αλλοίμονο δεν θα τον δω στο σπίτι να γυρίζει γιατί η Μοίρα η κακή άλλα έχει γραμμένα. Όσο θα ζει και χαίρεται το φως του Ήλιου θέλω, να του στηρίξω τη ζωή, που τόσες πίκρες έχει.

Ο Αγαμέμνων βάναυσα του πήρε την κοπέλα που τόσο την αγάπαγε την κόρη Βρισηίδα. Ο γιος μου τότε θύμωσε και έφυγε απ` τις μάχες κι οι Τρώες βρήκανε καιρό και πήρανε κεφάλι. Στριμώξανε τους Αχαιούς πολύ κοντά στα πλοία και λίγο ακόμα θέλανε τη νίκη να κερδίσουν. Πήγαν και τον ικέτευσαν οι πρώτοι των Ελλήνων, τάζοντας δώρα, θησαυρούς και ότι θα ζητούσε.

Σ` 450 Ο γιος μου δεν εδέχτηκε στις μάχες να γυρίσει. Αργότερα συμφώνησε στη θέση του να πάει ο φίλος του ο Πάτροκλος τους Αχαιούς να σώσει. Του έδωσε το άρμα του, τον Ξάνθο και Βαλίο, του έδωσε και τ` άρματα τα θεία τα δικά του.

Ο Πάτροκλος πήγε πίσω στις μάχες συνοδευόμενος από γενναίους Μυρμιδόνες και σκόρπισε τρόμο και πανικό στους Τρώες που τους έφτασε μέχρι την αριστερή πύλη της Τροίας. Καθώς φορούσε την πανοπλία και είχε τα όπλα, το άρμα και τα άλογα του Αχιλλέα κανένας δεν αναγνώρισε τον Πάτροκλο μέσα στο μεγάλο, φουντωτό και λαμπερό κράνος. Οι Αχαιοί ανάσαναν μετά από πολλές μάχες απόλυτης κυριαρχίας του Έκτορα. Όμως οι θεοί και ο Δίας είχαν άλλη γνώμη. Ο Απόλλων με την προτροπή του Δία χτύπησε τον Πάτροκλο και έτσι τσακισμένο τον αποτέλειωσε ο Έκτωρ.

Ήφαιστε σε παρακαλώ φτιάξε καινούρια όπλα στο γιο μου τον μονάκριβο να τρέξω να του πάω. Κράνος, ασπίδα, θώρακα, κνημίδες κι ότι άλλο, γιατί δεν έχει άρματα , τα πήρε όλα ο Έκτωρ όταν τον θείο Πάτροκλο ξαπόστειλε στον Άδη»

Αυτά είπε η Θέτιδα κι ο Ήφαιστος της λέει:

«Κουράγιο Θέτιδα καλή, θεά των Νηρηίδων, μη νοιάζεσαι για όλα αυτά. Μακάρι να `χα δύναμη το γιο σου να γλιτώσω από τη Μοίρα την κακή την κόρη της Ανάγκης. Όμως να είσαι σίγουρη πως θα του φτιάξω όπλα που θάναι τα καλύτερα στον κόσμο τον απάνω και όσοι τ` αντικρίζουνε θα τα αποθαυμάζουν».

Ο Ήφαιστος αμέσως γύρισε στο εργαστήριο και πρόσταξε να ξεκινήσουν να δουλεύουν καμίνια και φυσερά.

Είκοσι φυσερά μαζί άρχισαν να δουλεύουν κι ακόμα είκοσι φωτιές τάιζαν τα καμίνια που ήταν είκοσι κι αυτά στου Ήφαιστου τα χέρια. Τα άψυχα τα σύνεργα σα ζωντανά δουλεύαν στα χέρια τα επιτήδεια του μέγιστου τεχνίτη. Καλάι ρίχνει στη φωτιά, χρυσό, χαλκό κι ασήμι και στα δυο χέρια του κρατά σφυρί και μια λαβίδα. Πλησίασε τ` αμόνι του κι άρχισε να δουλεύει να φτιάξει πρώτα την βαριά, ανίκητη ασπίδα. Τριπλό στεφάνι φόρεσε τριγύρω στο σκουτάρι.

Το τριπλό αυτό μεταλλικό στεφάνι στερέωνε τα εσωτερικά πέντε στρώματα της ασπίδας και την έκανε ατρύπητη και ανίκητη.

Στην εξωτερική όψη χάραξε πολλές ονομαστές υπέροχες καλλιτεχνικές παραστάσεις.

Βάζει τη γη, τη θάλασσα, βάζει και τα ουράνια,
βάζει τον ήλιο τον λαμπρό, τ’ ολόγιομο φεγγάρι,
κι όλα τ’ αστέρια τ` ουρανού φωτάκια αναμμένα. Εδώ είναι ο γίγαντας Ωρίωνας ο μέγας, εδώ αστράφτουν ζωντανά Υάδες και Πλειάδες εδώ φωτίζει λαμπερά η Άρκτος η μεγάλη που την καλούν και Άμαξα και συνεχώς γυρίζει πάντοτε τον Ωρίωνα ασάλευτα κοιτώντας. Η Άμαξα δε βούτηξε στ` Ωκεανού τα βάθη μα πάντα στέκεται εκεί να την θωρεί ο κόσμος. Η μόνη που τ’ Ωκεανού το λούσμα δεν γνωρίζει.

Ο καλλιτέχνης θεός Ήφαιστος δημιουργεί δύο πανέμορφες πόλεις πάνω στην ασπίδα. Στην πρώτη πολιτεία δείχνει τις γιορτές του γάμου και πως φεύγουν οι νύφες από τα πατρικά τους με λαμπαδηφορίες, τραγούδια και πέρασμα από πολλούς δρόμους. Οι νέοι στροβιλίζονταν σε όμορφους χορούς ανάμεσα στους μουσικούς που παίζανε αυλούς και φόρμιγγες.

Στις πόρτες, τις εξώπορτες, έστεκαν οι γυναίκες το γάμο να θαυμάσουνε να δουν και να ακούσουν τραγούδια, γέλια και χορούς σ` αυτό τ` ωραίο γλέντι.

Στην ίδια πόλη ο Ήφαιστος ιστόρισε ένα επεισόδιο στην Αγορά της πόλης. Δύο άντρες φιλονικούσαν για ένα πρόστιμο που αφορούσε φόνο. Ο ένας φώναζε δυνατά και ορκιζόταν πως έχει ξεπληρώσει το χρέος του

Σ 500 ενώ ο δεύτερος ισχυριζόταν ότι ο πρώτος έλεγε ψέματα και δεν πλήρωσε ποτέ το πρόστιμο. Ζητούσαν και οι δυο κριτή για τους δώσει λύση. Ο κόσμος, στην Αγορά, που παρακολουθούσε την φιλονικία είχε μοιραστεί. Άλλοι υπεστήριζαν τον ένα και άλλοι τον άλλο με φωνές. Οι κήρυκες με τα σκήπτρα τους αγωνίζονταν να επιβάλλουν την τάξη. Οι ηλικιωμένοι κριτές ήταν καθισμένοι σε λίθινα εδώλια γύρω από τον κύκλο της δράσης. Οι γέροντες κριτές έπαιρναν το σκήπτρο από τους κήρυκες, το σήκωναν ψηλά και ανακοίνωναν την απόφαση τους για την υπόθεση. Όποιος πρόσφερε τη δικαιότερη κρίση θα αμειβόταν με δυο τάλαντα χρυσάφι που ήταν τοποθετημένα στο κέντρο του κύκλου.

Αυτά ιστορούσε ο Ήφαιστος για την πρώτη πόλη: τον γάμο και την δίκη.

Την άλλη πόλη έζωναν δυο στρατοί τριγύρω που τ` άρματα τους άστραφταν ολόλαμπρα στον ήλιο. Δυο γνώμες είχαν οι στρατοί γι αυτήν την πολιτεία: Να την ισοπεδώσουνε ή να την κατακτήσουν και να μοιράσουν θησαυρούς και λάφυρα στη μέση;

Οι κάτοικοι οπλίζονταν έτοιμοι ν` αντιδράσουν. Γέροι γυναίκες και παιδιά φυλούσαν τα μπεντένια του κάστρου τους του δυνατού που κύκλωνε την πόλη.

Έξω το στράτευμα που ήθελε την πόλη να αλώσει κινούσε μπροστά να στήσει ενέδρα με μπροστάρηδες δυο θεούς: Τον Άρη και την Παλλάδα Αθηνά. Οι θεοί ντυμένοι στα χρυσά, αμβρόσια, θεϊκά τους ρούχα άστραφταν και έλαμπαν θεόρατοι και επιβλητικοί. Φαινόταν και ξεχώριζαν από παντού. Επέλεξαν τον ποταμό με τα γάργαρα νερά για τόπο ενέδρας. Κάθισαν κοντά στο ποτάμι και τα όπλα τους και οι ενδυμασίες τους άστραφταν στον ήλιο. Δυο σκοποί φιλούσαν σε ύψωμα για να δουν πρώτοι τα κοπάδια αρνιών και βοδιών να πηγαίνουν για πότισμα. Πράγματι τα κοπάδια φάνηκαν με δυο βοσκούς χαρούμενους και ξέγνοιαστους που παίζανε φλογέρες.

Πολλοί από το στρατό εισβολής σηκώθηκαν από την ακροποταμιά άρπαξαν τα αρνιά και τα βόδια και σκότωσαν τους βοσκούς. Μέσα στο κάστρο άκουσαν τον θόρυβο, ετοιμάστηκαν, οπλίστηκαν, πήραν τις άμαξες και τα άλογα και βγήκαν. Παρατάχθηκαν απέναντι στους εχθρούς στην ακροποταμιά.

Άρχισε μάχη στη στιγμή με κοφτερά κοντάρια. Η Έριδα κι ο Κυδοιμός, η φοβερή η Μοίρα κι ο Χάρος ο ανέσπλαχνος αίμα ζητούν και παίρνουν.

Χωράφι φιλοτέχνησε τεράστιο στον κάμπο, πλούσιο και νιόσκαφτο γεμάτο με αγρότες που έκαναν δουλειές πολλές που κάνουν στα χωράφια. Ζευγάριζαν και όργωναν, έσπερναν και λαλούσαν τα ζωντανά καματερά που είχαν για βοήθεια. Είχανε κι ένα βοηθό νέο παιδί φαινόταν που με φλασκί τους έδινε γλυκό κρασί να πιούνε. Μαύριζε η γη και έμοιαζε να είναι οργωμένη κι ας ήταν χρυσοσκάλιστη. Αυτό κι αν ήταν θαύμα που έφτιαξε ο Ήφαιστος ο πρώτος καλλιτέχνης.

Σ` 550. Έφτιαξε κι ένα μετόχι, αγροτικό κτήμα, που τα είχε όλα. Έδειχνε εργάτες να θερίζουν με κοφτερά δρεπάνια, να κάνουν δεμάτια, να τα δένουν και να τα σωριάζουν στη σειρά. Τρεις δεμάτιαζαν και οι νεαροί βοηθοί τους μάζευαν τα δεμάτια. Ο βασιλιάς όρθιος και αμίλητος με το σκήπτρο του επέβλεπε τις αγροτικές εργασίες και έδειχνε πολύ ευχαριστημένος. Κάτω από δρυ οι κήρυκες ετοίμαζαν το γεύμα. Είχαν σφάξει βόδι και έψηναν το κρέας ενώ οι γυναίκες ζύμωναν ψωμιά με άσπρο αλεύρι για όλους τους θεριστές και τους άλλους εργάτες. Μέσα σ` αυτό το ωραίο μετόχι ο Ήφαιστος φιλοτέχνησε ένα αμπέλι σταφύλια φορτωμένο. Τα κλαδιά με τα χρυσά σταφύλια στήριζαν με βέργες διχαλωτές ασημένιες.

Αυλάκι από σμάλτο, με πολύ νερό σχεδίασε στ` αμπέλι που το περιτριγύριζε φράχτης από καλάι. Ένα μονοπάτι οδηγούσε στο αμπέλι τους τρυγητές και τις νεαρές και νεαρούς κουβαλητές που χαρούμενοι μετέφεραν στους ώμους τα μελένια σταφύλια μέσα σε πλεχτά κοφίνια. Ένας νεαρός μουσικός έπαιζε την κιθάρα και τραγουδούσε γλυκά και με λεπτή κυματιστή φωνή το τραγούδι του Λίνου. Όλοι μαζί τραγούδαγαν, χόρευαν και χαιρόταν.

Μια αγέλη βοδιών παράστησε ο Ήφαιστος με ψηλά όρθια κέρατα φτιαγμένα από χρυσό και κασσίτερο. Τα γελάδια μουγκανίζοντας πήγαιναν γρήγορα – γρήγορα για βοσκή στις πρασινάδες της πλούσιας καταπράσινης ακροποταμιάς. Τέσσερις βοσκοί συνόδευαν τα ζώα φτιαγμένοι από χρυσάφι. Εννιά σκυλιά γοργοπόδαρα φύλαγαν το κοπάδι. Δύο λιοντάρια έδειχνε που πιάσαν ένα ταύρο και πέρα τον τραβούσανε μακριά απ` το κοπάδι. Ο ταύρος μούγκριζε πολύ και τον ακούγανε όλοι. Βοσκοί και σκύλοι τρέχανε τον ταύρο να γλυτώσουν. Δεν πρόλαβαν να σώσουνε το βόδι οι τσομπάνοι που στα σκυλιά φωνάζανε στους λιόντες να ορμήσουν. Όμως οι σκύλοι δίσταζαν κοντά να πλησιάσουν στα δυνατά κι ανίκητα θηρία πλησιάζαν και πάλι πίσω γύριζαν γαυγίζοντας με φόβο.

Ο Ήφαιστος ιστόρησε μεγάλο βοσκοτόπι με πλήθος πρόβατα πολλά σε όμορφη λαγκάδα. Μάντρες ζωγράφισε παντού, ξερολιθιές μεγάλες και στάνες έκανε πολλές και όμορφες καλύβες.

Ακόμα καλλιτέχνησε ορχήστρα που χορεύουν κι έμοιαζε σαν του Δαίδαλου τ` ωραίο χοροστάσι που έφτιαξε για την καλή την θεία Αριάδνη στην ξακουσμένη την Κνωσό στα περασμένα χρόνια.

Νέοι εκεί και κοπελιές χορό είχανε στήσει τα χέρια τους κρατούσανε ο ένας με τον άλλο. Λινά φορούσανε οι νιες και τα μαλλιά στολίζαν με λουλουδένια στέφανα. Οι νεαροί φορούσανε αστραφτερούς χιτώνες. Κρεμότανε από αυτούς χρυσά λαμπρά μαχαίρια που αλυσίδες αργυρές τα κράταγαν στο σώμα. Όλοι μαζί χορεύανε με πόδια που πετούσαν.

Σ`600. Χορεύανε αέρινα με ομορφιά και τάξη και θύμιζαν το γύρισμα το απαλό του πλάστη που φτιάχνει τα αγγεία του γυρνώντας τον τροχό του αθόρυβα και ρυθμικά σαν του χορού το βήμα, το σείσμα και το λύγισμα με την περίσσια χάρη. Γύρω τους καμαρώνανε πολλοί την όρχηση τους κι ο θείος ο τραγουδιστής παίζοντας την κιθάρα. Δυο ακροβάτες κάνανε δύσκολες κυβιστήσεις.

Ο ‘Ήφαιστος στο ακραίο στεφάνι της ασπίδας φιλοτέχνησε γύρω – γύρω το τρανό ρέμα του Ωκεανού.

Μετά την ασπίδα ο θεός τεχνουργός – καλλιτέχνης κατασκεύασε τον θώρακα του Αχιλλέα αστραφτερό και αδιάτρητο.

Σ 610 Ακολούθως καταπιάστηκε με το κράνος που όμοιο του δεν υπήρχε στον κόσμο.

‘Ήταν πανώριο, πλουμιστό με φούντα χρυσαφένια.

Στο τέλος κατασκεύασε μεταλλικές κνημίδες .

Με τάξη και με σεβασμό ο μέγιστος τεχνίτης όλα που κατασκεύασε τα έδωσε στην Θέτη στο γιο της τον αγέρωχο Πηλείδη να τα πάει. Αμέσως απ` τον Όλυμπο με τα πολλά τα χιόνια σαν γερακίνα πέταξε στην Τροία για να πάει να δώσει όλα τ` άρματα στον γιο της Αχιλλέα.

1*Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης