Πληθαίνουν τα ερωτήματα για την ποιότητα και την ορθότητα των ηχητικών συνομιλιών που περιλαμβάνονται στην ποινική δικογραφία για το δυστύχημα στα Τέμπη. Ενώ οι πρόσφατες αποκαλύψεις για τη συρραφή των συνομιλιών μεταξύ του προφυλακισμένου σταθμάρχη και των μηχανοδηγών και η μετέπειτα διαρροή των ηχητικών προκειμένου να χτιστεί το επικοινωνιακό αφήγημα του «ανθρώπινου λάθους» αναδεικνύουν πόσο διάτρητος ήταν ο χειρισμός του υλικού από τις αρμόδιες προανακριτικές αρχές, εγείρονται επιπλέον προβληματισμοί από το γεγονός ότι όλα τα ηχητικά που έχουν σταλεί στον ανακριτή είναι προϊόν αντιγραφής και όχι πρωτότυπα αρχεία.
Σύμφωνα με πληροφορίες, όλα τα ηχητικά των συνομιλιών έχουν εισφερθεί στις ανακριτικές αρχές Λάρισας μέσω usb, χωρίς να γίνει η απαραίτητη διαδικασία κατάσχεσης του υλικού. Πόσο βέβαιο είναι πως το υλικό που βρίσκεται στο γραφείο του εφέτη ανακριτή είναι γνήσιο και δεν υπέστη αλλοιώσεις ώς την κατάθεσή του; Αυτός ο προβληματισμός εγείρεται εκ νέου μετά τις πρόσφατες αποκαλύψεις, αφού από πέρυσι συγγενείς θυμάτων είχαν ζητήσει τον διορισμό ειδικού πραγματογνώμονα προκειμένου να ελεγχθεί αν οι ηχογραφημένες συνομιλίες που έχουν κατατεθεί είναι πραγματικές.
Ηδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο οι συγγενείς του μηχανοδηγού της επιβατικής αμαξοστοιχίας, ο οποίος έχασε τη ζωή του το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου, είχαν εκφράσει φόβους για πιθανή αλλοίωση των ηχητικών αρχείων που περιέχονται στη δικογραφία. Μάλιστα με υπόμνημά τους στον Σωτ. Μπακαΐμη επισήμαιναν πως στα ηχητικά παρατηρούνται «παρατεταμένες και περίεργες σιωπές», όπως και αδικαιολόγητοι ήχοι που καλύπτουν τις συνομιλίες, ενώ άλλες φορές ακούγονται οι κλήσεις μέσω ραδιοτηλεφώνου, χωρίς όμως να ακούγεται και η συνομιλία. Μέσω του δικηγόρου Βασίλη Ζησιμάτου, μάλιστα, είχαν θίξει το γεγονός πως υπάρχουν συνομιλίες από το επίμαχο βράδυ που όμως δεν εμπεριέχονται πουθενά στη δικογραφία.
Αν και το αίτημα δεν είχε γίνει δεκτό από τον ανακριτή, μετά τις νεότερες αποκαλύψεις για την αλλοίωση των διαλόγων, σύμφωνα με πληροφορίες, αναμένεται συγγενείς θυμάτων να καταθέσουν εκ νέου υπόμνημα, ώστε να διαπιστωθεί η εγκυρότητα όλων των κρίσιμων συνομιλιών και επικοινωνιών από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
