ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την είχαμε λατρέψει – απλά τα πράγματα. Μίλησε στην ψυχή μας, στις αναμνήσεις μας, στην αλήθεια της γενιάς μας: η προηγούμενη παράσταση της Ομάδας Ντουθ (Βάσια Ατταριάν, Μυρτώ Μακρίδη, Δημήτρης Τάσαινας), «Nostalgia Generation», με τη Βάσια Ατταριάν στη σκηνοθεσία, μιλούσε για το πώς εμείς οι μιλένιαλ (γεννημένοι το ‘80-’90) έχουμε δημιουργήσει μια γενιά ιδιάζουσας νοσταλγίας, καθώς πολύ απότομα και γρήγορα η εποχή μας ξέφυγε από εμάς. Μεγαλώσαμε πολύ πριν την ώρα μας. Τώρα, με τη συνέχεια εκείνης της παράστασης, το «Farewell / Εν τόπω χλοερώ» και αφορμή έναν γάμο, μας παρουσιάζουν μια βαθιά κρίση μέσης ηλικίας, όπου την πρόποση και την μπομπονιέρα ακολουθεί το… κονιάκ! Ωστόσο, μάλλον θα υπάρξει και τρίτο μέρος: «Μερικές φορές το θέαμα μοιάζει με εορταστικό επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς και αυτό είναι το μόνο μικρό χιντ (στοιχείο) που θα μπορούσαμε να δώσουμε και για το 3ο μέρος!» μας λέει η Βάσια. Που μας λέει κι άλλα…

● Η συνέχεια του «Nostalgia Generation». Μιας παράστασης-κοινωνιολογικής έρευνας ουσιαστικά πάνω στη γενιά των μιλένιαλ. Τώρα; Περνάμε κρίση;

Δεν είναι ακριβώς η συνέχεια! Είναι ένα αυτόνομο επεισόδιο – sequel μιας άτυπης κωμικής τριλογίας για το πένθος και την απώλεια. Δεν χρειάζεται δηλαδή κανείς να έχει δει το «Nostalgia Generation» για να δει το «Farewell / Εν τόπῳ χλοερώ». Το έργο είναι μια δημιουργία όλων των συντελεστών και performers. Το κείμενο του έργου ανήκει αποκλειστικά στα δέκα πρόσωπα που είναι επί σκηνής, στους οποίους εύχομαι και από εδώ ένα μεγάλο καλοκαίρι, σε ένα πλοίο για το αγαπημένο τους νησί, να μην έχει Μποφόρ, και στο κατάστρωμα να παίζει το αγαπημένο τους τραγούδι. Πρόκειται για τους δέκα ήρωες και ηρωίδες ενός ακόμη αυτοτελούς επεισοδίου για μια νύχτα διαρκείας, κάποτε κλισέ, κάποτε αστεία, αλλά πάντα αισιόδοξη, με ανοιχτή πόρτα και ανοιχτό μπαρ για όλες, όλους και όλα μας. Τα ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό που είναι, τις καλές και τις κακές μέρες, για το θάρρος και την πίστη, ό,τι κι αν σημαίνει η λέξη για το καθένα από αυτά.

● Ποια είναι η «ερευνητική» ματιά σου σε αυτή την παράσταση;

Αρχικά, η πρόθεση ήταν να εξερευνηθεί κι άλλο η δομή μιας «παράστασης διαρκείας», όπου το κοινό μπορεί να μπαίνει και να βγαίνει κατά βούληση, άρα να βιώνει τον χρόνο μαζί με τους performers, και αυτή τη φορά να μπορεί να τραγουδήσει ή να χορέψει όποτε το νιώθει. Eίναι η πρόθεση για μια διαφορετική θέση του κοινού μέσα στο θέαμα. Από άποψη περιεχομένου, ναι, είναι η ίδια γενιά που μιλάει γιατί είναι τα ίδια πρόσωπα αλλά δεν μιλάει πια με αφορμή την ποπ κουλτούρα της εποχής της, αλλά με αφορμή το παρόν της, τη σχέση της με τον χρόνο, με τις δυνατότητες και τις πιθανότητες που χάθηκαν και με άλλες που ανοίγονται μπροστά της. Η συνθήκη στην οποία βρίσκονται είναι ένας γάμος, μια κοινωνική σύμβαση και κατασκευή πολύ γνωστή, η οποία επιβάλλει έναν τρόπο συμπεριφοράς μιας κοινωνικής εκδήλωσης που φυσικά έχει μέσα πολύ χορό, τραγούδι και ευχές, και τελικά δηλώσεις και συνειδητοποιήσεις. Αν στο «Nostalgia Generation» θεωρούσαμε ότι μιλάμε για μια τραυματισμένη γενιά στο μεταίχμιο των εξελίξεων, τώρα νομίζω ότι μιλάμε για κάθε γενιά που κάποια στιγμή βρίσκεται ξαφνικά σε αυτό το μεταίχμιο και πρέπει να τα βάλει με αυτό για να πάει παρακάτω. Αν μπορώ να κάνω έναν παραλληλισμό, η νοσταλγία μπορεί να σε κρατήσει πίσω, το πένθος και ο αποχαιρετισμός είναι διαδικασίες επίπονες αλλά έχουν στάδια που σε οδηγούν μπροστά.

● Ολα τα περάσαμε γρήγορα: πριν την ώρα μας γίναμε παρελθόν, πριν την ώρα μας περνάμε και κρίση «μέσης ηλικίας», πριν καν φτάσουμε σε αυτή την ηλικία… Πώς το αντιμετωπίζουμε; Γίνεται να προτάξουμε το χιούμορ σε μια κοινωνία σαν αυτή που ζούμε;

Είναι ακριβώς αυτό που λες. Είναι όλα πριν την ώρα μας κι εκεί ακριβώς κρύβονται για μένα η κωμωδία και το χιούμορ. Στη συνειδητοποίηση ότι η σχέση μας με τον χρόνο και τη νεότητα υπάρχει αλλά επιδέχεται μεγάλο αυτοσαρκασμό άρα και μεγάλη κρυμμένη αισιοδοξία για ένα μέλλον μπροστά, για φαντασιώσεις που μπορούν να πραγματοποιηθούν. Το αίσθημα της ματαίωσης είναι αληθινό, αλλά παράλληλα και εξαιρετικά γελοίο όταν αρθρώνεται από πρόσωπα που δεν έχουν στ’ αλήθεια γεράσει. Και χρησιμοποιώ τη λέξη «γελοίο» επίτηδες. Η γελοιότητα είναι μια λέξη παρεξηγημένη: είναι χρήσιμο το ρίσκο τού να γελοιοποιηθείς για να εκφράσεις μια απώλεια, έναν έρωτα, μια πίστη σε κάτι. Αν με ρωτάς σε επίπεδο κοινωνικό, ναι, είναι πολύ δύσκολο να μη χάσεις το χιούμορ σου, αλλά πιστεύω βαθιά ότι χωρίς χιούμορ δεν βγαίνει η ζωή. Οπως πιστεύω και πως δεν βγαίνει και χωρίς τραγούδι και μουσική.

● Πώς μπορεί να «ξανανιώσει» αυτή η γενιά (μας); Αν είναι συλλογική η παραπάνω αλήθεια, μήπως την ξεπεράσουμε και ως συλλογικότητες;

Νομίζω ότι χρησιμοποιείς μια λέξη-κλειδί για το ίδιο το θέαμα. Ο στόχος ήταν εξ αρχής αυτός και το διατυπώνεις πολύ καλύτερα από εμάς: να ξανανιώσουμε! Να τελειώνει το έργο με ένα αίτημα για το παρόν και όχι για το παρελθόν. Να χορέψουμε τώρα, να επανεφεύρουμε την πίστη μας τώρα, παρ’ όλα όσα χάθηκαν, άλλαξαν ή δεν καταλαβαίνουμε. Να επαναδιαπραγματευτούμε τώρα τι φέρει μέσα του την πίστη σε κάτι, σε κάποιο πρόσωπο, σε κάποια ιδέα. Στο «Nostalgia Generation» κάναμε ένα κουράγιο και μαζέψαμε το παρελθόν σε κούτες. Κρατήσαμε και πετάξαμε. Το παρόν θέλει θάρρος και αντοχή. Η μοναξιά υπάρχει, αλλά υπάρχει και αυτή η φόρα που προκύπτει από τη συνάντηση. Οπότε θα σου πω ναι: μόνο συλλογικά ξεπερνιούνται τα πράγματα. Αυτό το μεγάλο «εγώ», που νομίζω έχει γιγαντωθεί, το φοβάμαι. Δεν ξέρω αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τη λέξη συλλογικότητα, όχι γιατί δεν πιστεύω στη λέξη, αντιθέτως επειδή πιστεύω βαθιά και έχει για μένα μια πολύ μεγάλη αξία και σημασία. Οντως είναι ένας δρόμος δύσκολος, χρονοβόρος, αλλά μάλλον μονόδρομος για να πάμε παρακάτω.

● Λέγαμε πως μας παρέδωσαν έναν κόσμο οι δικοί μας όπου δεν μπορούσαμε παρά να προσαρμοστούμε. Εχω την αίσθηση πως εμείς πλέον γίναμε η γενιά που καλείται να παραδώσει. Τι όμως;

Οι δικοί μας μας παρέδωσαν και έναν κόσμο φορτωμένο με πάρα πολλές επιθυμίες κατασκευασμένες, πάρα πολλά όνειρα που δεν ήταν δικά μας, ίσως ούτε και δικά τους. Κουβαλάμε πάρα πολύ συντηρητισμό και πάρα πολλά απωθημένα από τις προηγούμενες γενιές. Το σύνδρομο της χαμένης πιθανότητας και μιας μυθικής ζωής που δεν κατάφερα να ζήσω έρχεται πάντα από την προηγούμενη γενιά. Το ενδιαφέρον κρύβεται στη μάχη να τα πετάξουμε και στο πώς να μην τα αναπαράγουμε. Αυτό δεν είναι απλό. Ωστόσο, οφείλουμε να το κάνουμε, κρατώντας παράλληλα στοιχεία από προηγούμενες γενιές. Και ναι: ξαφνικά γίναμε εμείς αυτή η γενιά που σιγά σιγά επηρεάζει την επόμενη. Δεν έχω ιδέα τι θα παραδώσουμε. Κάποιοι λένε ότι είμαστε μια γενιά χρήσιμη μόνο ως γέφυρα επικοινωνίας στην επόμενη. Δεν είναι και λίγο. Και βέβαια υπάρχει η μερίδα αυτής της γενιάς που παλεύει. Μπορώ να σου πω προσωπικά τι δεν θέλω να αφήσω στα βαφτιστήρια μου, ακόμα δεν έχω ιδέα πώς θα το κάνω: δεν θέλω να αφήσω λάθος λέξεις που πληγώνουν, δεν θέλω να αφήσω ένα χιούμορ που προσβάλλει, ούτε την αίσθηση ότι επειδή είμαι μεγαλύτερη ξέρω καλύτερα (αυτό είναι μεγάλη πλάνη), ούτε την εντύπωση ότι υπάρχουν κατηγορίες ανθρώπων λόγω φύλου, φυλής ή ό,τι άλλο. Θα ήθελα να πιστεύουν στη μυθοπλασία και να μπορούν να φαντάζονται. Να ζουν τη ζωή τους ενώ την ονειρεύονται παράλληλα. Θα ήθελα αν μια μέρα δουν το βίντεο αυτής της παράστασης, σε ό,τι μορφή αρχείου υπάρχει τότε, να μπορούν να πουν: κοίτα, είναι κάτι μπανάλ και παλιό πια και δεν είναι μυθικό ή καλύτερο επειδή συνέβη στο παρελθόν, αλλά να. Ηταν κάτι συμπαθή πρόσωπα που τραγουδούσαν και χόρευαν και περίμεναν την επόμενη μέρα, απ’ τη σωστή πλευρά της Ιστορίας, και που φώναζαν «θάρρος» το ένα στο άλλο για ώρα. Και μετά να το κλείσουν το αρχείο και να πάνε να κάνουν κάτι όπως το θέλουν αυτά, σε εκείνο το τώρα τους που θα είναι μόνο δικό τους. Με θάρρος!

♦ Ομάδα Ντουθ: Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Αντώνης Αντωνόπουλος, Βάσια Ατταριάν, Ευτυχία Βλάχου, Έλενα Γεροδήμου, Ειρήνη Γεωργαλάκη, Εύη Ζαφειροπούλου, Ρωμανός Καλοκύρης, Νίκος Κολιούκος, Μυρτώ Μακρίδη, Κατερίνα Μαυρογεώργη, Eλένη Μιχαλάκη, Προμηθέας Nerattini – Δοκιμάκης, Νίκη Οβάκογλου, Κέλλυ Παπαδοπούλου, Σεραφείμ Ράδης, Ιωάννα Ραμπαούνη, Αλεξάνδρα Ρίμπα, Κατερίνα Ρουσιάκη, Δημήτρης Τάσαινας, Μαρία Φιλίνη, Αλεξία Χρυσοχοΐδου, Ogust

Farewell / Εν τόπω χλοερώ
Θέατρο 104, Ευμολπιδών 41, Γκάζι (σταθμός Μετρό: Κεραμεικός), 210 3455020
Παρασκευή έως Κυριακή στις 21:15
Σκηνοθεσία: Βάσια Ατταριάν
Παίζουν: Ε. Ανδρουλιδάκη, Ε. Γεωργαλάκη, Ρ. Καλοκύρης, Μ. Μακρίδη, Κ. Μαυρογεώργη, Π. Nerattini-Δοκιμάκης, Ι. Ραμπαούνη, Σ. Ράδης, Δ. Τάσαινας, Μ. Φιλίνη
Τιμές Εισιτηρίων:18 €, 15 € (μειωμένο)
Προπώληση: more.com