Συνειρμοί, μυρωδιές, αναμνήσεις, το παρόν… χαρμάνι. Πιο «εσωτερική», πιο μεταφυσική γιορτή το Πάσχα, που συνομιλεί απευθείας με την έννοια του τέλους και -δευτερευόντως- της αναγέννησης, φέρνει κατά κανόνα, από μια ηλικία και μετά, τις μνήμες των άλλοτε χρόνων. Σ’ εμένα τουλάχιστον αυτό συμβαίνει. Κάθε φορά με διαφορετικές «παρεμβολές», αλλά με τα ίδια πρόσωπα –ειδικά τώρα που πέθαναν οι δικοί μου. Π.χ. γιατί η μάνα μου, που είχε στυλώσει τα πόδια για να μην τολμήσω και πατήσω στο κατηχητικό όπως έκαναν όλοι οι συμμαθητές μου, με παρότρυνε διακριτικά να συμμετέχω στον στολισμό του Επιταφίου της εκκλησίας της γειτονιάς; Ούτε πιστή, ούτε θρήσκα ήταν.
Αλλά γιατί τότε έχω στ’ αυτιά μου τη φωνή της να ψάλλει το «Ω γλυκύ μου έαρ» και γιατί η ανάμνηση αυτής της φωνής μού φέρνει κατευθείαν στη μύτη άρωμα γιασεμιού –από τη γλάστρα της στο μπαλκόνι; Γιατί η γιαγιά επέμενε να βάφουμε μαζί τα αυγά –με αποτέλεσμα άτσαλη και βιαστική έφηβη καθώς ήμουν να κυκλοφορώ δύο μέρες με κόκκινα δάχτυλα; Γιατί έχω ακόμα στη μύτη τη μυρωδιά του ξυδιού που έμπαινε μαζί με τη βαφή στη φαρδιά κατσαρόλα; Κι ο πατέρας μου, αγνωστικιστής και χιουμορίστας, έχει το δικό του μερίδιο στην ανάμνηση που «μετακύλιε» κι αυτός από τα δικά του Πάσχα όταν κάθε Μεγάλη Παρασκευή, μπουκώνοντας λαίμαργα καλαμαράκια, μας έλεγε γελώντας για τη θεία του που πέρναγε κάθε φορά τέτοια μέρα ολονήστικη και το μεσημέρι κατέβαζε μια κουταλιά ξύδι;
Ο πατέρας που Μεγάλο Σάββατο αδημονούσε αν έχει γίνει ωραία η μαγειρίτσα και που τη μοναδική φορά που μας συνόδευσε στην εκκλησία γυρίζοντας τραγουδούσε δυνατά το «Χριστός Ανέστη» στα ρωσικά και έφτιαξε παίζοντας από τη φλόγα του κεριού έναν τόσο μεγάλο μαύρο σταυρό στην είσοδο που η μάνα μου τον καταχέρισε;
Ολα αυτά και πολλά ακόμα το δικό μου Πάσχα. Και των γονιών μου η τακτικότητα στα οικονομικά τους που επέτρεπε πασχαλιάτικες εξορμήσεις στα ελληνικά νησιά, μετρημένες μέρα μέρα, μόνο όταν μας έπαιρνε. Ποτέ με το «γι’ αύριο βλέπουμε». Αλλά φέτος πώς να τους θυμηθώ χωρίς να σκεφτώ πόσοι θα φύγουμε από την πόλη μ’ αυτό το «θα δούμε»; Μ’ αυτό που μάθαμε να ζούμε τώρα που δεν βάφουμε πια αυγά με ξύδι και που δεν μετράμε τα λεφτά «αν μας παίρνει» –γιατί ξέρουμε την απάντηση.
