Στη χώρα των αναμνήσεών μου η σελίδα αυτή θα έφερε την υπογραφή της. Οι τέσσερις λέξεις «συνέντευξη στην Ολγα Μπακομάρου» θα ήταν εχέγγυο ποιότητας και εισιτήριο για ένα ταξίδι στη ζωή, το έργο, τη σκέψη και τον μυστικό κόσμο του καθενός από τους συνεντευξιαζόμενους. Στο εδώ και το τώρα, η μικροκαμωμένη, εξαιρετικά ευγενής γυναίκα που κάθεται απέναντί μου βρίσκεται σε κόντρα ρόλο, αφού «δεν έχει μάθει να δίνει αλλά να παίρνει συνεντεύξεις». Κι εγώ νιώθω δέος, αφού όχι μονάχα συναντώ για πρώτη φορά μια δημοσιογράφο που υπήρξε μύθος για τη γενιά μου, αλλά και γιατί το βιβλίο της, που πρόσφατα κυκλοφόρησε, είναι μια σειρά από πορτρέτα ηγετικών προσωπικοτήτων της Αριστεράς, τα οποία συνάντησε, σε μια εποχή που με τα φίλτρα τού σήμερα μοιάζει μυθική. Ωστόσο, θα αδικούσε το βιβλίο -και ίσως ακόμα περισσότερο τους αναγνώστες του- αν το διάβαζε κάποιος μονάχα υπό το πρίσμα της νοσταλγίας για μια Αριστερά κάποτε και για τη δημοσιογραφία τού κάποτε.
Με την Αριστερά τού σήμερα σε πρωτοφανή κρίση, έχει σημασία να πιάσουμε τα κόκκινα νήματα της Ιστορίας, να ακολουθήσουμε τη διαδρομή, να ξαναδούμε τα λάθη και τα πάθη. Αλλά και να δούμε μια ματιά και μια δημοσιογραφική μεθοδολογία, να θυμηθούμε τον Τύπο άλλων εποχών και να θέσουμε με τη σειρά μας τα ερωτήματα. Η Ολγα Μπακομάρου σήμερα δεν συνοδεύεται από τον αχώριστο σύντροφό της, το κασετοφωνάκι της, κι εγώ πατάω το rec στο κινητό μου – σε αυτή τη συνάντηση περνάνε χρόνια κι ολόκληρες εποχές, ενώ οι μύθοι στροβιλίζονται γύρω μας στο γραφείο, στο ίδιο κτίριο όπου κάποτε ήταν και το δικό της.
● Επιλέξατε να εκδώσετε αυτό το βιβλίο σε μια χρονική στιγμή πολλαπλά φορτισμένη για την Αριστερά. Επαιξε ρόλο το πολιτικό σκηνικό στην απόφασή σας να βγάλετε αυτό το υλικό τώρα από το αρχείο σας;
Ναι, φυσικά. Είναι συνεντεύξεις με πολιτικά πρόσωπα που φωτίζουν και φέρνουν στο παρόν την Αριστερά τού «κάποτε» απέναντι στην Αριστερά τού «τώρα», με ένα επίκαιρο και ενδιαφέρον ερώτημα: γιατί και πώς φτάσαμε ώς εδώ. Καλό θα ήταν και για την Αριστερά και για τον τόπο, μελετώντας και τους «παλιούς», να το σκεφτούν και να μας απαντήσουν οι διάδοχοι και τελευταίοι διαχειριστές της σε αυτό.
● Απέναντι, λοιπόν, στην κρίση που βιώνει η Αριστερά επιστρατεύετε το εργαλείο της μνήμης και της ιστορικής γνώσης.
Νομίζω ότι είναι χρήσιμο… Η Αριστερά δοκιμάζεται πάλι και πολύ σκληρά. Αυτό το «κάποτε» της Αριστεράς στο οποίο αναφέρεται το βιβλίο δεν είναι προ Χριστού, είναι το σχετικά πρόσφατο παρελθόν, υπάρχει συνέχεια. Είναι χρήσιμο να δούμε ποια λάθη έγιναν. Μέσα από τον λόγο των προσώπων αυτών, από όλους μάλιστα τους χώρους της, αναδεικνύεται η παλιά εικόνα απέναντι στη σημερινή, που βλέπουμε την Αριστερά να συντρίβεται: το φως και το σκοτάδι, η λάμψη και η σκόνη, οι ιδέες, οι αγώνες, οι θυσίες, οι μεγάλες προσδοκίες, οι διαψεύσεις, τα λάθη, οι διασπάσεις… Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό ο αναγνώστης ας βγάλει τα συμπεράσματά του.
● Εχοντας την εικόνα εκείνης της Αριστεράς, πώς σας φαίνεται η σημερινή της διαδρομή; Εχει με κάποιον τρόπο προοικονομηθεί; Είναι ανακόλουθη; Ηταν αναπότρεπτο να φτάσουμε ώς εδώ;
Δεν μπορώ να πάρω θέση αναλυτή ενός τόσο μεγάλου θέματος. Μπορώ όμως να σας πω ότι, μέσα από τις συνεντεύξεις που συνθέτουν το βιβλίο αυτό, φωτίζονται μια εποχή αλλά και οι πρωταγωνιστές της Αριστεράς ως προσωπικότητες – με ενδιέφερε πάντα, πέρα από την πολιτική επικαιρότητα, και η ανάδειξη της ανθρώπινης πλευράς των συνεντευξιαζόμενων. Προσπάθησα να κάνω ένα πλήρες, κατά το δυνατόν, πορτρέτο τους σε μια εποχή που γνωρίζαμε ελάχιστα για τα δημόσια πρόσωπα, αφού δεν υπήρχε ο καταιγισμός πληροφοριών που υπάρχει σήμερα μέσω του διαδικτύου. Ισως ήταν και αυτός ένας λόγος που έβλεπα την κάθε συνέντευξη σαν ένα ταξίδι, το οποίο ξεκινούσα πάντα πολύ καλά προετοιμασμένη και ενημερωμένη – και βέβαια με καλή διάθεση, με χαρά, ευτυχισμένη θα έλεγα. Και με αχώριστο συνοδό το μαγνητοφωνάκι μου.
● Και όταν φτάνατε στον προορισμό σας; Οταν τους συναντούσατε;
Είναι σημαντικό να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης σε μια συνέντευξη, αλλά και να επιλέγεται σωστά η στιγμή που θα τεθεί η κάθε ερώτηση – μπορείς να ρωτήσεις τα πάντα στον σωστό χρόνο, αρκεί να αισθανθεί ο άλλος ότι είσαι ειλικρινής. Οτι εγώ, συνομιλώντας μαζί τους, ήμουν πάντα ο εαυτός μου νομίζω ότι δημιουργούσε το κλίμα οικειότητας που είναι προϋπόθεση για να ανοιχτεί κάποιος. Εξάλλου, τα πρόσωπα αυτά πρώτα τα έβλεπα ως ανθρώπους, όπως είμαστε όλοι μας, και μετά ως «αξίωμα», ακόμα κι αν επρόκειτο για τον πρωθυπουργό. Και ήθελα, πέρα από τις «κλασικές» ερωτήσεις της πολιτικής επικαιρότητας, να μεταφέρω στους αναγνώστες πώς ήταν στην καθημερινότητά τους, τον χώρο όπου κυλούσε η ζωή τους, τους τρόπους τους, την «αύρα» τους πέρα από τους προβολείς – να γνωρίσουν δηλαδή, ας πούμε, τον Κύρκο, τον Ηλιού, τη Δαμανάκη σαν να τους είχαν μπροστά τους και συνομιλούσαν κι αυτοί μαζί τους. Νομίζω ότι το βιβλίο για το οποίο μιλούμε προσφέρει αυτή τη δυνατότητα.
-980x670.png)
● Σε αυτή την πολύ οδυνηρή στιγμή για την Αριστερά, τολμώ να πω ότι το βιβλίο σας λειτουργεί παρηγορητικά: δείχνει την πολύ μεγάλη διαδρομή αυτού του χώρου και δημιουργεί μια ελπίδα για το μέλλον ότι αυτή η κρίση θα ξεπεραστεί, ακριβώς γιατί αυτές οι ρίζες είναι βαθιές. Μου έκανε εντύπωση πως οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι είχαν ζήσει πολύ οδυνηρές διασπάσεις, διατηρούσαν ένα επίπεδο για τους πολιτικούς τους αντιπάλους εντός Αριστεράς. Ηταν έτσι ή πρόκειται για μια ωραιοποιημένη δημόσια εικόνα;
Ηταν όλοι τους άνθρωποι με υψηλό επίπεδο, καλλιεργημένοι, είχαν παιδεία
Δεν μπορώ να ξέρω πώς μιλούσαν στον ιδιωτικό τους βίο, ωστόσο στις συνεντεύξεις μας κανείς δεν έβρισε ούτε μίλησε άσχημα για τον αντίπαλό του. Ηταν όλοι τους άνθρωποι με υψηλό επίπεδο, καλλιεργημένοι, είχαν παιδεία. Ηταν ειλικρινείς, δεν έλεγαν ψέματα, πίστευαν αυτό για το οποίο είχαν αγωνιστεί και είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα. Δεν τους ενδιέφερε το αξίωμα για το αξίωμα, ούτε το χρήμα. Ηταν άνθρωποι πάνω από όλα – τρυφεροί, ευγενείς, σοβαροί, αλλά και με χιούμορ πολλές φορές, παρά τον γνωστό «μύθο» ότι οι κομμουνιστές δεν γελάνε ποτέ.
● Επίσης, μου έκανε εντύπωση ότι, μιλώντας για τη Δεξιά, η κριτική αυτών των ανθρώπων ήταν αυστηρή, αιχμηρή, αλλά με έναν τρόπο που δεν γινόταν χυδαίος.
Η λέξη χυδαιότητα είναι ξένη προς αυτούς. Υπήρχε πολιτισμός, σεβασμός, ευπρέπεια, συζητούσες μαζί τους και έπαιρνες κάτι από αυτή την επαφή, δεν ήθελες να τελειώσει η κουβέντα, ήθελες να τους ξαναδείς. Τους θυμάμαι όλους με αγάπη και ευγνωμοσύνη, που με τίμησαν με την εμπιστοσύνη τους και μου έδωσαν αυτές τις συνεντεύξεις.
● Φέροντας τη μνήμη από αυτή την εποχή κι έχοντας γνωρίσει από κοντά τους αριστερούς ηγέτες της, πώς «διαβάζετε» το σημερινό πολιτικό τοπίο;
Αισθάνομαι την ίδια οδυνηρή έκπληξη που αισθάνονται, νομίζω, οι περισσότεροι πολίτες. Οταν έκανα τότε αυτές τις συνεντεύξεις, δεν θα μπορούσα καν να έχω φανταστεί τη σημερινή εικόνα.
●Υπάρχει κάποιο πρόσωπο στο σήμερα της Αριστεράς που θα θέλατε να κάνετε μια συνέντευξη μαζί του;
Εγώ τότε έκανα, προσπαθούσα να κάνω, το πορτρέτο –«πιστή φωτογραφία» το είχε χαρακτηρίσει ο Αντώνης Σαμαράκης– των ανθρώπων αυτών, σε μια εποχή όπου είχαμε ελάχιστη ή καθόλου πληροφόρηση για αυτούς. Σήμερα αυτό το κάνουν η τηλεόραση, τα social media γενικά: φωτίζουν απ’ άκρη σ’ άκρη το τοπίο, οι πάντες ξέρουν για τους πάντες τα πάντα, ώς την παραμικρή λεπτομέρεια. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο μόνος που θα ήθελα, ίσως, να συναντήσω είναι ο Δημήτρης Κουτσούμπας. Γιατί νομίζω ότι έχει κρατήσει, κρατάει ακόμα, μια «απόσταση ασφαλείας» από τους προβολείς.
● Πώς βλέπετε τη δημοσιογραφία σήμερα;
Δεν πιστεύω, ίσως δεν θέλω να πιστέψω, ότι ο Τύπος έχει πεθάνει ή θα πεθάνει.
Για μένα, δημοσιογραφία είναι πάντα το «γράφειν», τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει το τυπωμένο χαρτί, την «ιεροτελεστία», την ηδονή της ανάγνωσης. Δεν πιστεύω, ίσως δεν θέλω να πιστέψω, ότι ο Τύπος έχει πεθάνει ή θα πεθάνει. Μπορεί να έχει χαμηλές κυκλοφορίες πλέον, αλλά υπάρχουν και πολύ καλές εφημερίδες και, εκτός από τους παλιούς, και πολύ καλοί νέοι δημοσιογράφοι, τους οποίους διαβάζω και απολαμβάνω. Και θαυμάζω για την παιδεία τους, το ταλέντο, τις γνώσεις, τις αντοχές, τη δύναμη και το σθένος τους, παλεύοντας σε αυτές τις δύσκολες, τις σκληρές και για τον Τύπο εποχές που όλοι γνωρίζουμε και βιώνουμε… Ισως και γιατί μου θυμίζουν τις παλιές καλές ημέρες στη «Γυναίκα» και στην «Ελευθεροτυπία» όπου είχα την τύχη να δουλέψω και τις νοσταλγώ. Τα καλύτερά μας χρόνια…
● Θέλω να κλείσουμε λύνοντας μια προσωπική απορία. Οταν ήμασταν πιτσιρίκια ρεπόρτερ στην «Ελευθεροτυπία», οι μεγαλύτεροι μας έλεγαν να δουλεύουμε σαν την Μπακομάρου και χρησιμοποιούσαν ως παράδειγμα την πρόταση που δεχτήκατε για ένα πολυήμερο ταξίδι στην Ινδία και το οποίο αρνηθήκατε, γιατί είχατε προγραμματισμένη συνέντευξη, λέγοντας «εγώ τα ωραιότερα ταξίδια τα κάνω στο γραφείο μου, δουλεύοντας». Είναι αλήθεια ή μας το έλεγαν για λόγους παιδαγωγικούς;
Εγινε όντως αυτό, αλλά απάντησα έτσι στους συναδέλφους μισοαστεία-μισοσοβαρά. Είχε κανονιστεί σ’ αυτό το περίφημο ταξίδι-πρόσκληση στην Ινδία να πάει μια ομάδα συναδέλφων –Φυντανίδης, Κυρ κ.ά.– και τελευταία στιγμή κάποιος από αυτούς είπε ότι δεν μπορούσε. Μου πρότεινε τότε ο Σεραφείμ να πάω εγώ στη θέση του, και πράγματι το αρνήθηκα. Γιατί είχα κλείσει συνέντευξη με τον Γιώργο Σουφλιά, τον οποίο μάλιστα εκτιμούσα πολύ, και δεν ήθελα να την ακυρώσω ούτε και να την αναβάλω.
● Ηταν, λοιπόν, αλήθεια αυτή η ιστορία!
Κοιτάξτε, μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά έτσι ήμουν με τη δουλειά μου, την έβαζα πάνω από όλα. Εγραφα, ας πούμε, ένα κομμάτι και το διάβαζα πολλές φορές, το διόρθωνα και το ξαναδιόρθωνα, όχι όμως για την «επιτυχία», για να πουν ότι είμαι «σπουδαία» ή για «τα λεφτά», που άλλωστε ποτέ δεν διεκδίκησα, ούτε κέρδισα. Αλλά γιατί η δουλειά αυτή με έκανε ευτυχισμένη και ήθελα να τιμήσω, πετυχαίνοντας το καλύτερο, αυτό που αγαπούσα. Και εκείνους που μου έδωσαν τη δυνατότητα να κάνω αυτό που ήθελα στη ζωή μου.
