Συνολικά επιτυχημένη είναι κατά τον Κυριάκο Μητσοτάκη η οικονομική πολιτική της κυβέρνησής του, σύμφωνα με όσα είπε στην ομιλία του στο Economic Club Canada. Την ώρα που η χώρα βράζει μετά τις αποκαλύψεις για την αλλοίωση στοιχείων της υπόθεσης των Τεμπών, ο πρωθυπουργός ευρισκόμενος στον Καναδά, με προφανή στόχο να προσελκύσει τους απόδημους να αξιοποιήσουν την επιστολική ψήφο, υποστήριξε ότι η κυβέρνησή του κατάφερε να καταστήσει τη χώρα ελκυστικό επενδυτικό προορισμό, ενώ πρόσθεσε ότι η οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με καλύτερο ρυθμό από το μέσο όρο της ΕΕ.
Ενθυμούμενος τις πρώτες 100 μέρες της πρωθυπουργίας του, είπε ότι η χώρα, «ούσα ακόμη υπό την εποπτεία των ευρωπαϊκών θεσμών και θεωρούμενη από πολλούς ως το “μαύρο πρόβατο” της Ευρώπης, όταν δεν ήταν ελκυστικός επενδυτικός προορισμός».
«Βεβαίως, στη συνέχεια χρειάστηκε να γίνει διαχείριση της πανδημίας, αλλά η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης αποδείχθηκε συνολικά επιτυχημένη καθώς κατόρθωσε λελογισμένα να μειώσει φόρους χωρίς να απειληθεί η δημοσιονομική ισορροπία των μακροοικονομικών προβλέψεων, βελτίωσε το κανονιστικό περιβάλλον παρέχοντας ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο για τις επιχειρήσεις που θα ήθελαν να επενδύσουν» πρόσθεσε, ενώ είπε ότι θεωρεί πως η περίπτωση της καναδικής εξορυκτικής εταιρείας Eldorado Gold -«επένδυση» που προκάλεσε πολύ σφοδρές αντιδράσεις στη Χαλκιδική- ήταν από πολλές πλευρές ενδεικτική της προόδου που επετεύχθη. Εξήγησε ότι μέσω της επένδυσης αυτής, δημιουργήθηκαν πολλές νέες θέσεις εργασίας σε μια σχετικά φτωχή περιοχή της χώρας, ενώ η οικονομική αυτή δραστηριότητα βοηθά βεβαίως και την οικονομία της χώρας.
Τόνισε ότι αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα «καθώς η κυβέρνηση κατάφερε να καταστήσει τη χώρα ελκυστικό επενδυτικό προορισμό σε μια σειρά από τομείς».
Η βελτίωση της εικόνας και του περιβάλλοντος που καταγράφεται από σχετικές έρευνες αναγνωρίζεται από τις αγορές και από τους επενδυτές, όπως επισήμανε, «κάτι που τελικά αποδεικνύεται στην πράξη σε αντίθεση με το 2020 όταν ήταν πολύ πιο δύσκολο να καλλιεργηθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης». Αναγνώρισε βεβαίως ότι μένουν να γίνουν πολλά για τη βελτίωση αλλά και τη διατήρηση όσων έχουν επιτευχθεί.
Ειδική αναφορά έκανε στην επανεκλογή της κυβέρνησής του, όταν ο ελληνικός λαός δίνοντάς της την πλειοψηφία μετά τις διπλές εκλογές το 2023, ήταν κάτι που τον έκανε να νιώσει ότι πέτυχε την πιο μεγάλη και κρίσιμη νίκη καταφέρνοντας να πείσει τους πολίτες να τον εμπιστευτούν για άλλα τέσσερα χρόνια.
Στη συνέχεια έπειτα από σχετική ερώτηση, τόνισε ότι η οικονομία αναπτύσσεται και θεωρεί ότι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με καλύτερο ρυθμό από το μέσο όρο της ΕΕ. «Επενδύουμε σε μικροοικονομία ισχυρή και σταθερή μακροοικονομία. Το έλλειμμα μειώνεται με ταχύτατους ρυθμούς και δεν έχουμε καμία σχέση με όσα πήγαν στραβά πριν από δέκα χρόνια. Τα αφήσαμε πίσω μας και έχουμε μια σταθερή οικονομία με τομείς που ηγούμαστε όπως ο τουρισμός που προσελκύει και επενδύσεις. Είμαστε κορυφαίοι στην αγορά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και άλλους τομείς» ανέφερε. Επισήμανε ακόμη πως στη ΝΑ Ευρώπη, η χώρα μας είναι κέντρο τεχνολογίας.
Ο πρωθυπουργός μίλησε για την ελληνο-καναδική συνεργασία και τους ισχυρούς δεσμούς των δύο χωρών, επισημαίνοντας πως η πρόκληση είναι η περαιτέρω ανάπτυξή τους και η προσέγγιση μιας νέας γενιάς επενδυτών.
Κληθείς να περάσει ένα μήνυμα στην ελληνική Διασπορά του Καναδά, ο πρωθυπουργός έκανε αναφορά στην επιστολική ψήφο. Υπογράμμισε ότι για πρώτη φορά σε αυτές τις εκλογές μπορούν να ψηφίσουν οι ομογενείς μέσω επιστολικής ψήφου. Ανέφερε ότι αρχικά δημιουργήθηκαν κέντρα εκλογικά σε πρεσβείες όπου υπάρχει ελληνική Διασπορά. «Τώρα πάμε ένα βήμα παραπέρα ώστε να δοθεί η ευκαιρία σε όλους να ψηφίσουν μέσω της επιστολικής ψήφου» είπε και τόνισε ότι είναι πολύ σημαντικό να υπάρξει μεγάλη συμμετοχή στις επικείμενες ευρωεκλογές ώστε να πεισθούν και οι πιο επιφυλακτικοί στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και να επεκταθεί η ευελιξία αυτή της ψηφοφορίας και στις εθνικές εκλογές.
Ο πρωθυπουργός μίλησε επίσης για την αγορά των Canadair και την ενίσχυση της Πολιτικής Προστασίας, για την επικείμενη αύξηση του κατώτατου μισθού αλλά και για γεωπολιτικά ζητήματα μεγάλης σημασίας και το πώς αυτά επηρεάζουν τις οικονομίες ανά τον κόσμο.
