Πρώτα, πριν από 5 μέρες, ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ) Γιάννης Στουρνάρας προέβη σε μια ασυνήθιστα «κατηγορηματική» δήλωση για την πολιτική επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Είπε ότι η ΕΚΤ «πρέπει» να κάνει δύο μειώσεις επιτοκίων του ευρώ μέχρι και τον Ιούνιο και ακόμη δύο μέχρι το τέλος του έτους. Το ερώτημα γιατί «πρέπει», έμεινε μετέωρο… Υστερα από αυτές τις δηλώσεις, πριν από τρεις μέρες ήρθε η «κρυάδα» από τον οίκο αξιολόγησης Moody’s, που όχι μόνο δεν αναβάθμισε το ελληνικό αξιόχρεο στην επενδυτική βαθμίδα –όπως το έχουν πράξει όλοι οι υπόλοιποι οίκοι αξιολόγησης–, αλλά δεν αναβάθμισε καν τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές. Προέκυψε λοιπόν ένα δεύτερο ερώτημα: γιατί; Στη συνέχεια, χθες, ήρθε η δεύτερη «κρυάδα», αυτή τη φορά από την επενδυτική τράπεζα-κολοσσό JP Morgan, η οποία με έκθεσή της για την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά απεφάνθη ότι αυτή δεν είναι έτοιμη –και δεν πρέπει– να αναβαθμιστεί σε αναπτυγμένη, αλλά καλύτερα θα ήταν να παραμείνει στο γκρουπ των αναδυόμενων.
Από τα προηγούμενα προκύπτει σαφώς το ερώτημα: Σχετίζονται άραγε τα τρία αυτά γεγονότα; Και αν ναι, πώς;
Διαρθρωτικές αδυναμίες
Ο διοικητής της ΤτΕ, σε δηλώσεις του στο Bloomberg χρησιμοποίησε τη λέξη «πρέπει»: «Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να μειώσει τα επιτόκια δύο φορές πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές του Αυγούστου και άλλες δύο φορές πριν από το τέλος του έτους, χωρίς να επηρεαστεί από τη Fed […] Πρέπει να αρχίσουμε να μειώνουμε τα επιτόκια σύντομα, ώστε η νομισματική μας πολιτική να μη γίνει πολύ περιοριστική», δήλωσε ο επικεφαλής της ΤτΕ σε συνέντευξή του στο Λονδίνο. «Μέχρι στιγμής, συμφωνώ με τις προσδοκίες των αγορών». Αυτό το «πρέπει» έχει μια επιτακτικότητα η οποία δεν εξηγήθηκε. Αν δεν γίνει αυτό που εισηγείται, ποιος είναι ο κίνδυνος;
Στη συνέχεια, ο Moody’s, αφού αναγνώρισε τις προόδους που έκανε η Ελλάδα σε σημαντικούς τομείς μεταρρυθμίσεων, επισήμανε ότι υπάρχουν ακόμη πολλά πράγματα να γίνουν:
● Η μεταρρύθμιση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης (όπου η μέση διάρκεια για την έκδοση απόφασης είναι πάνω από δύο χρόνια).
● Η περαιτέρω βελτίωση στον τραπεζικό τομέα: Περαιτέρω μείωση του δείκτη των «κόκκινων» δανείων (με ταχύτερους ρυθμούς ρύθμισης) ώστε να προσεγγίσει το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο τραπεζικός τομέας ανησυχεί και τον SSM, εξαιτίας πολλών εκκρεμοτήτων: τι θα γίνει με τον νέο «Ηρακλής ΙΙΙ», τι θα γίνει με τα υψηλά επίπεδα αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων, θα περιοριστεί η «βουλιμία» για υψηλά μερίσματα κ.λπ.;
● Αλλαγή στο μοντέλο ανάπτυξης, ώστε να εξασφαλίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε εξωτερικές πιέσεις. Δεν έχουν ασφαλώς διαφύγει την προσοχή του Moody’s στοιχεία όπως ότι η αύξηση του ΑΕΠ στηρίζεται σε υψηλό βαθμό στον τουρισμό και στα ακίνητα, ότι οι επενδύσεις οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (τα στελέχη των υπουργείου Οικονομικών φρόντισαν να… ενημερώσουν ότι το 60% των ρυθμών ανάπτυξης οφείλονται στο ΤΑΑ…), ότι παρά την επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ήταν «απαράδεκτα» υψηλό και το 2023 (6,4% του ΑΕΠ), παρά τη μείωσή του σε σχέση με το 2022 9,7% του ΑΕΠ).
Κεντρική σε όλα αυτά είναι η έννοια «ανθεκτικότητα σε εξωγενείς απειλές».
Οσον αφορά την JP Morgan, αυτή ανέδειξε μια άλλη διαρθρωτική αδυναμία: ότι είναι ελάχιστες οι εταιρείες υψηλής κεφαλαιοποίησης του Χ.Α. που έχουν «εχέγγυα» εταιρειών αναπτυγμένης αγοράς. Η επενδυτική τράπεζα ξεχωρίζει μόνο τρεις (Εθνική Τράπεζα, Eurobank και ΟΠΑΠ), ενώ θεωρεί ότι θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον 5 για να αναβαθμιστεί η ελληνική αγορά.
