«1. H τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες, η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Kράτους. (…)
5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. (…)
6. Oι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Tο υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα (…)»
Δεν θα μπορούσε ένα άρθρο για το νομοσχέδιο περί ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, δηλαδή ιδιωτικών, να μην ξεκινά με την υπόμνηση του άρθρου 16 του συντάγματος, το οποίο η κυβέρνηση με πρωτόφαντες παρεκκλίσεις -στην ουσία εκτροπή-, καταστρατηγεί βάναυσα εις βάρος της κοινωνίας. Γιατί η Παιδεία, μέρος της οποίας είναι η πανεπιστημιακή εκπαίδευση, αποτελεί δημόσιο αγαθό, συνώνυμο της προοδευτικής πολιτικής και του κοινωνικού εκσυγχρονισμού, γι’ αυτό και οι μεγάλες ριζοσπαστικές εκπαιδευτικές τομές έγιναν από πραγματικά προοδευτικές και εκσυγχρονιστικές για την εποχή τους κυβερνήσεις, όπως αυτές του Γεώργιου Παπανδρέου το 1964 και του Ανδρέα Παπανδρέου το 1982, αφού βέβαια είχαν προηγηθεί κοινωνικοί αγώνες όπως αυτός του 1-1-4 και εμβληματικά συνθήματα όπως το «προίκα στην Παιδεία και όχι στη Σοφία».
Αυτό αποτελεί και μια απάντηση στον υπουργό κ. Πιερρακάκη, που κατά τη διάρκεια της συζήτησης του νομοσχεδίου στη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής με αλαζονικό ύφος και ειρωνευόμενος ανέφερε για τις θέσεις της αντιπολίτευσης «ευτυχισμένος ο 19ος και ο 20ος αιώνας»! Αλλά η κυβέρνηση με το νομοσχέδιό της μας γυρνά όχι στους αιώνες που ανέφερε, αλλά πιο πίσω, σε έναν εκπαιδευτικό Μεσαίωνα. Κι όλα αυτά για να ικανοποιηθεί ένα αναχρονιστικό νεοφιλελεύθερο απωθημένο, τη στιγμή που οι μητροπόλεις του καπιταλισμού ανακατευθύνουν τον στρατηγικό σχεδιασμό τους υπέρ των δημοσίων πανεπιστημίων και φυσικά για να ικανοποιηθούν οι «ημέτεροι», υπό την πίεση των οποίων επέσπευσε την εισαγωγή αυτού του νομοσχεδίου.
Το μεγάλο ζήτημα είναι όμως ποια παιδεία θέλουμε. Γιατί η εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες της προετοιμάζει τους νέους ανθρώπους να βγουν στην αγορά και την κοινωνία του παρόντος, αλλά και σε αυτές του μέλλοντος. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα, αύριο θα είναι φοιτητές σε έναν διαφορετικό κόσμο, όπως διαχρονικά έχουν διακηρύξει οι πρωτοπόροι παιδαγωγοί. Και αυτός ο κόσμος φαίνεται ότι θα είναι πιο σκληρός, αφού το κοινωνικό κράτος δικαίου όπως το έχουμε γνωρίσει στη μεταπολεμική Ευρώπη και στην Γ’ Ελληνική Δημοκρατία υποχωρεί συνεχώς, διευρύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες και υπονομεύοντας την κοινοβουλευτική δημοκρατία με παραθεσμικές πρακτικές και με την καταπάτηση του συντάγματος, όπως αποδεικνύει περίτρανα το νομοσχέδιο για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Πέραν του γεγονότος, που έχει διεξοδικά καταδειχθεί, ότι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια όπου κι αν επιτράπηκε να λειτουργήσουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τον ανθό της ευρωπαϊκής νεολαίας ή ότι τα κορυφαία αμερικανικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια δεν θέλησαν -και λογικά με όρους αγοράς- να επενδύουν σε χώρες όπως η Ελλάδα -ο κύριος Μητσοτάκης και ο κύριος Πιερρακάκης φαντασιώνονται το Χάρβαρντ του Ελληνικού για να αξιοποιηθεί κάπως και το πάρκο που δεν θα γίνει- δεν πρέπει να ξεχνάμε την μεγάλη υπόθεση που ονομάζεται κοινωνικός ρόλος των Πανεπιστημίων. Ότι δηλαδή, η τριτοβάθμια εκπαίδευση εκτός από θεωρητική και εξειδικευμένη υψηλού επιπέδου εκπαίδευση έχει ως σκοπό να προσφέρει και κοινωνική γνώση. Δηλαδή να προετοιμάσει πολίτες ολοκληρωμένους που θα γίνουν οι ταγοί της κοινωνίας, που θα μας πάνε ένα βήμα πιο μπροστά και όχι να διαιωνίζουν και να προωθούν ως το σύγχρονο όνειρο την «απόλαυση της παρακμής».
Αξίζει δε να αναρωτηθούμε ως κοινωνία τι πολίτης θα είναι αυτός, που η οικογένειά του θα πληρώνει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για σπουδές σε αμφιλεγόμενα και κατ’ όνομα πανεπιστήμια, γνωρίζοντας ότι με την ήσσονα προσπάθεια της ελάχιστης βάσης εισαγωγής του προσανατολισμού που επέλεξε ή με καθόλου προσπάθεια θα αποκτήσει ένα πτυχίο. Θα δημιουργήσουμε ακαδημαϊκούς πολίτες που είτε δεν θα πιστεύουν στις δυνατότητές τους είτε θα προσπαθούν να τα εξαγοράσουν όλα με το χρήμα. Και εδώ είναι που πλήττεται βάναυσα ο πυρήνας του δυτικού πολιτισμού του ανθρωπισμού και της γνώσης, όπως μας έχει παραδοθεί από τις σχολές και τους φιλοσόφους της Αρχαίας Ελλάδας, την περίοδο της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού έως τις μέρες μας, αυτές της έστω και στρεβλωμένης ισότιμης πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Και θα αποτελούμε όνειδος για τις επόμενες γενιές, όσοι εξ ημών που φτάσαμε ως εδώ γιατί μπορέσαμε να αναπτύξουμε τις δεξιότητές μας λόγω του δημόσιου πανεπιστημίου και της κοινωνικής κινητικότητας που προκάλεσε, να σβήνουμε μονοκοντυλιά αυτή τη μεγάλη παρακαταθήκη, καθώς και τη δημοκρατική κληρονομιά, αφού το φοιτητικό κίνημα είναι που έριξε τη χούντα και διεκδίκησε μια καλύτερη Ελλάδα κι έναν καλύτερο κόσμο.
Τι θα πούμε στα παιδιά μας; Ότι σας παραδίδουμε έναν κόσμο λιγότερο καλό από τον δικό μας γιατί τελικά δεν τον υπερασπιστήκαμε;
Γιατί θέλαμε να υπερπηδήσουμε τους «τραυματικούς περιορισμούς» του συντάγματος, όπως έγραψε ένα κυβερνητικό στέλεχος, προφανώς μην συνειδητοποιώντας τη θεσμική ιεροσυλία που διαπράττει και να γίνουμε ευέλικτοι, για να ικανοποιήσουμε τα παντός καιρού και κλάδου κοράκια που επιβουλεύονται και τις τελευταίες νησίδες του κοινωνικού κράτους;
Αυτή είναι η συζήτηση που έπρεπε και πρέπει να γίνει στην ελληνική κοινωνία και στη δημόσια σφαίρα, καθώς και να αναδειχθεί η κυβερνητική «απάτη» περί λιγότερων εξόδων των νοικοκυριών που φεύγουν τα παιδιά τους σε άλλες πόλεις για να σπουδάσουν.
Γιατί με αυτά τα αμφιλεγόμενης ποιότητας «πανεπιστήμια» που θα έρθουν, σε πολλά ελληνικά νοικοκυριά θα υπάρξει αφαίμαξη και τα παιδιά τους όταν αποφοιτήσουν είτε θα βρίσκουν κλειστές πόρτες λόγω των συγκεκριμένων χαμηλού επιπέδου κ;ι κύρους σπουδών που έκαναν είτε θα αμείβονται χαμηλόμισθα, σαν μην έκαναν ποτέ σπουδές. Καταστάσεις που ήδη βιώνουν οι απόφοιτοι των κολεγίων, τα οποία σε ένα βράδυ, αν περάσει αυτό το νομοσχέδιο θα βαπτιστούν και θα «αναβαθμιστούν» σε πανεπιστήμια.
Και σε αυτό το σημείο πραγματικά αξίζει να διερωτηθεί κανείς πώς είναι δυνατόν να εμπιστευθεί κανείς τις διαβεβαιώσεις περί ελέγχου και κριτηρίων, των «αρίστων» της κυβέρνησης των «Διαματάρηδων», των «Κοντολεόντων» και του «Σκόιλ Ελοικίκου»;
Το πανεπιστήμιο, λοιπόν, είναι ένα και είναι δημόσιο, που η εισαγωγή και αποφοίτηση από αυτό κάνει τους νέους ανθρώπους και τις οικογένειές τους να κλαίνε από χαρά για την επίτευξη ενός σημαντικού σκοπού και στόχου.
Είναι αυτό όπου οι ιδέες διακινούνται ελεύθερα και οι φοιτητές και οι διδάσκοντες δεν φοβούνται υπό την απειλή διώξεων λ.χ. να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη γενοκτονία των Παλαιστινίων στη Γάζα.
Είναι το ΕΚΠΑ, το ΕΜΠ, το ΟΠΑ, της Πάτρας , της Κρήτης και όλων των άλλων ελληνικών πανεπιστημίων που πρωτοπορούν και οι απόφοιτοί τους περπατάνε με το κεφάλι ψηλά όπου βρεθούν κι όπου σταθούν απ’ άκρη σ’ άκρη στον πλανήτη.
Είναι αυτό που το κράτος πρέπει πραγματικά να στηρίξει με χρηματοδότηση και θεσμική θωράκιση.
Είναι ένα δημόσιο αγαθό γνώσης και δημοκρατίας, το οποίο ως κοινωνία πρέπει να διαφυλάξουμε ως κόρην του δικού μας οφθαλμού…
*βουλευτής Αχαίας, τομεάρχη Υγείας ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
