Την εποχή της κορύφωσης του Ψυχρού Πολέμου ΗΠΑ-ΕΣΣΔ μια προσφιλής ενασχόληση των ειδημόνων ήταν να απαντήσουν στο ερώτημα πόσους πολέμους μπορούν να διεξαγάγουν ταυτόχρονα οι ΗΠΑ.
Εξυπακούεται ότι η λέξη πόλεμος χρησιμοποιείται διασταλτικά, καθώς περιλαμβάνει τη διαχείριση εντάσεων που βρίσκονται στην γκρίζα ζώνη μεταξύ της υπερεντατικής διπλωματικής δραστηριοποίησης και των προεόρτιων μετωπικής στρατιωτικής σύγκρουσης.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 αλλά και της θητείας του Ρέιγκαν, στην Ουάσινγκτον κυριαρχούσε η αυτοπεποίθηση ότι οι ΗΠΑ μπορούν να εμπλακούν ταυτόχρονα σε δυόμισι πολέμους, δηλαδή σε δύο περιφερειακές συγκρούσεις και σε μια στοχευμένη εμπλοκή μικρής κλίμακας.
Σήμερα, δύο χρόνια μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, το ερώτημα δεν είναι πλέον η σύγκριση των ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ που διακυβεύονται στην ευρύτερη περιοχή Ασίας-Ειρηνικού και στην πρώην ΕΣΣΔ, καθώς εκ των πραγμάτων οι ΗΠΑ από τις 7.10.2023 μέχρι και σήμερα έχουν κάνει την επιλογή τους.
Μέχρι τις 7.10 οι ΗΠΑ έμοιαζαν με δύναμη σε αποδρομή από την περιοχή, με την απόσυρση των δυνάμεών τους από τη Συρία και το Ιράκ να είναι θέμα χρόνου.
Σήμερα, τέσσερις μήνες μετά, οι ΗΠΑ βρίσκονται στο ιστορικό ζενίθ της εμπλοκής τους στην ευρύτερη Μέση Ανατολή καθώς πρωταγωνιστούν σε τρία μέτωπα:
● Τον άμεσο τερματισμό του πολέμου στη Γάζα και ταυτόχρονα την αναζήτηση με τη διαδικασία του κατεπείγοντος συντεταγμένης πορείας προς την ίδρυση και αναγνώριση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους.
● Ανάσχεση και στην καλύτερη περίπτωση περιορισμός της περιφερειακής επιρροής του Ιράν.
● Προσέγγιση του Ισραήλ με τη Σαουδική Αραβία με την εγγύηση των ΗΠΑ, μια στενή ειδική σχέση στην οποία μελλοντικά θα μπορούν να ενταχθούν η Αίγυπτος, η Ιορδανία αλλά και κράτη του Κόλπου.
Ηδη ο ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Μπλίνκεν έχει πραγματοποιήσει πέντε περιοδείες μέσα σε τέσσερις μήνες στη Μέση Ανατολή, μια κινητοποίηση χωρίς ιστορικό προηγούμενο τόσο όσον αφορά τη συχνότητα όσο και την ταυτόχρονη προώθηση στρατηγικών στόχων που αν υλοποιηθούν θα αλλάξουν το πρόσωπο της περιοχής.
Οι ΗΠΑ από την εποχή του σχεδίου Ρότζερς για τον τερματισμό του πολέμου φθοράς Ισραήλ-Αιγύπτου στη Διώρυγα του Σουέζ το 1970 πρωταγωνίστησαν για την αναζήτηση συνολικής σταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή μέχρι και τη συνάντηση Κλίντον, Μπάρακ και Αραφάτ στην Τάμπα στις αρχές του 2001.
Σήμερα, εν μέσω ενός εσωτερικού διχασμού που λαμβάνει κάθε μέρα που περνά εμφυλιοπολεμικές διαστάσεις και ενός πολιτικού βολονταρισμού που αποσκοπεί στη μεταμόρφωση της ευρύτερης περιοχής μέσα σε λίγους μήνες, τίθεται το ερώτημα αν οι ΗΠΑ μπορούν να παραμείνουν ενεργές στην Ουκρανία και ταυτόχρονα να είναι αξιόπιστες στις κόκκινες γραμμές που έχουν χαράξει τόσο στην Ταϊβάν όσο και στη Νότια Σινική Θάλασσα απέναντι στην Κίνα.
Είναι δυνατόν να υπάρξει δεύτερη ευκαιρία για την υπερδύναμη, από το 1991 μέχρι και σήμερα, και να χάσει μια μοναδική στα ιστορικά χρονικά ευκαιρία να εγκαθιδρύσει μια περιφερειακή Pax Americana;
