Το περπάτημα είναι, πρωτίστως, ζήτημα έμπνευσης… Κυριακή πρωί κατηφόρισα προς το Στάδιο. Μπήκα στην Ολγας, να δω και τα έργα που συνεχίζονται… απτόητα, χωρίς πειστική αιτιολόγηση ούτε να αισθάνεται κανείς την ανάγκη να πει δυο λόγια, εκτός από κάποιες αοριστίες για «σημαντικές αρχαιότητες»! Είπαμε, η πιο «κάνω ό,τι μου γουστάρει» κυβέρνηση της μεταπολίτευσης!
Μπήκα Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Κατηφόρισα την Αποστόλου Παύλου. Εστριψα από Αδριανού. Από τον Αγιο Φίλιππο μπήκα Ηφαίστου. Στο σταθμό στο Μοναστηράκι επαναφόρτισα το εισιτήριο διαρκείας. Συνέχισα από Αθηνάς. Εστριψα τη Βύσσης (δρόμος ιστορικός, όχι τόσο για τα πόμολα, όσο γιατί εκεί πρωτόγινε σοκολατοποιία στην Ελλάδα, από τον Παυλίδη, η οποία συνδέεται απευθείας με την Επανάσταση, γιατί οι πρώτοι αναδευτήρες σοκολάτας στη χώρα έγιναν από τους μπαρουτόμυλους της Δημητσάνας, από τον Αλέξη Παυλή ή Παυλίδη, που η πολιτεία τον τιμά με δρόμο, στους Αμπελοκήπους, κάθετο στην Πανόρμου).
Εστριψα αριστερά στην Αιόλου. Στάθηκα στο μοντέρνο κτίριο της Εθνικής, Αιόλου και Σοφοκλέους. Το θαύμασα ακόμα μια φορά, καθώς το θεωρώ από τα ωραιότερα και τολμηρότερα σύγχρονα κτίρια της πρωτεύουσας· έτσι που ενσωματώνει και τις ενυπάρχουσες αρχαιότητες· νομίζω, τμήμα την αρχαίας Αχαρναϊκής Πύλης· ίσως κάνω και λάθος!
Εστριψα δεξιά τη Γεωργίου Σταύρου, με το απέναντι παλιό (19ου αιώνα) ημιτριώροφο, με κάποια μεταγενέστερη προσθήκη, που προ προσθήκης ήταν από τα κεντρικά ξενοδοχεία της Αθήνας και κάποτε εκεί, τότε που οι ληστές μπαινοβγαίνανε στην Αθήνα (και στα πολιτικά γραφεία…), οχυρώθηκαν ληστές κι έγινε ολοήμερη μάχη στην πλατεία Δημαρχίας μεταξύ ληστών και χωροφυλάκων.
Διέσχισα τη Σταδίου. Ανηφόρισα την Αρσάκη. Πέρασα από την Πανεπιστημίου απέναντι, στη Στοά Χατζηχρήστου (με το παλιό, δεν ξέρω πώς λέγεται σήμερα). Βγήκα Ιπποκράτους. Λυπήθηκα το οδόστρωμα για την κατάντια του· τα πλακάκια στην Πανεπιστημίου μας μαράνανε! Ημουν στη στάση της Ακαδημίας δυο λεπτά προ αφίξεως λεωφορείου (214) που με αφήνει στο σπίτι.
