Η Ελλάδα, από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, ήταν πάντοτε μια εξαρτημένη χώρα. Παρά το γεγονός ότι δήλωνε και δηλώνει ανεξάρτητο κράτος, ουδέποτε ήταν κάτι τέτοιο. Μέχρι την εμφάνιση του Δόγματος Τρούμαν (12 Μαρτίου 1947) τον πρώτο λόγο στις υποθέσεις της χώρας τον είχαν οι Βρετανοί. Από εκεί και μετά το αφεντικό ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
=Την πραγματικότητα αυτή την είχε περιγράψει εντελώς κυνικά ο Γεώργιος Βλάχος σε άρθρο του στην «Καθημερινή» στις 16-3-1947. Εγραφε: «Ζήτημα ανεξαρτησίας δεν υπάρχει. Υπάρχει ζήτημα έναν και μόνον: αφεντικού… Το αφεντικό μας ένα είναι, δύο μάλλον: η Αμερική, η Αγγλία. Μ’ αυτούς θα ζήσωμε, μ’ αυτούς έχουμε συνδέσει την τύχη μας, μ’ αυτούς θα πορευτούμε, μ’ αυτούς, αναγκαστικώς, θα περιμένωμε ώρας παγκοσμίου συνεννοήσεως, γενικής ειρήνης, καλλίτερους καιρούς». Από τότε έτσι πορευόμαστε ως χώρα. Τελευταία μάλιστα δηλώνουμε πως είμαστε δεδομένοι απέναντι στο υπερατλαντικό αφεντικό. Εχουμε αποδείξεις γι’ αυτό.
Η χειρότερη μορφή απεμπόλησης της ανεξαρτησίας σου είναι να εμφανίζεις ως δικό σου κάτι που έχει ετοιμάσει άλλος για σένα για την εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων. Αυτό το έχουμε κάνει ως χώρα.
Το Δόγμα Τρούμαν έγινε νόμος στην Ελλάδα με την υπογραφή της Ελληνοαμερικανικής Συμφωνίας στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 1947, βάσει της οποίας τα κλειδιά της χώρας παραδόθηκαν στους Αμερικανούς. Ομως αυτή η συμφωνία έχει ένα ντροπιαστικό παρασκήνιο. Γράφτηκε από την αρχή ώς το τέλος στις ΗΠΑ, στάλθηκε στην ελληνική κυβέρνηση κι εκείνη την ξανάστειλε στους Αμερικανούς ως δική της πρόταση.
Στις 19/6/1947 η «Ουάσινγκτον Ποστ» έγραφε: «Οι διπλωματικοί παρατηρητές στην Ουάσινγκτον δεν μπόρεσαν να αναφέρουν παράλληλο γεγονός στη σύγχρονη ιστορία όπως η προθυμία μιας ανεξάρτητης χώρας να αναθέσει τις εσωτερικές της υποθέσεις στα χέρια μιας άλλης». Ας την κρατήσουμε αυτή την πραγματικότητα για τους καιρούς που ζούμε και γι’ αυτούς που έρχονται. Αν μη τι άλλο, δείχνει τι είναι και τι δεν είναι η ανεξαρτησία.
