ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μερικοί αφορισμοί λίγο πολύ δίνουν τον τόνο τους σε συζητήσεις, όπως αυτή που έγινε με πρωτοβουλία της «Εφημερίδας των Συντακτών» την περασμένη Τρίτη στο θέατρο «Αλφα» με θέμα «Απέναντι στην κυριαρχία Μητσοτάκη ποιος;» και συνομιλητές τους Διονύση Τεμπονέρα (ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.), Μανώλη Χριστοδουλάκη (ΠΑΣΟΚ) και Εφη Αχτσιόγλου (Νέα Αριστερά). Ας θυμηθούμε το σεφερικό «Η Ελλάδα, η χώρα των παράλληλων μονολόγων» που δύσκολα διαψεύδεται, για να πάμε στη ρήση του Παναγιώτη Κονδύλη: «Μεταξύ ετεροδόξων ο διάλογος είναι αδύνατος· μεταξύ ομοϊδεατών, περιττός». Και φεύγοντας από αυτούς ας πάμε σε πιο επίκαιρους αφορισμούς, που κομίζουν τα δικά τους ψήγματα αλήθειας -έστω μέσα από τις υπερβολές τους- στον γενικότερο προβληματισμό γύρω από την υπόθεση ή την τέχνη του «κυβερνάν» στη σημερινή Ελλάδα: «Το Κέντρο δεν είναι πολιτική ιδεολογία, είναι επάγγελμα» ή το «στην Κεντροαριστερά αυτή τη στιγμή υπάρχουν τρία ΠΑΣΟΚ», για να καταλήξουμε σε αναμενόμενες αντιδράσεις όπως αυτήν της κ. Ντόρας Μπακογιάννη η οποία βρήκε «πάρα πολύ έξυπνο που πήγε ο Κασσελάκης στην εκδήλωση», αλλά «δεν κατάλαβε τι είπαν οι τρεις καμπαλέρος». Δεν κατάλαβε ακριβώς διότι όλοι μίλησαν για τις λαθροχειρίες στη διαδικασία του καρτελοποιημένου «εκσυγχρονιστικού» state-building, όπως το αντιλαμβάνεται η παράταξή της.

Ακόμα και στα πιο ευφάνταστα συμπεράσματα γύρω από την πρωτοβουλία, φάνηκε ότι ακόμα παραμένει ενεργή -για ποικίλους λόγους- η αδυναμία κάποιας συναίνεσης παρά τις προθέσεις. Ταυτόχρονα φάνηκε ότι για κάθε επιχείρημα διατυπώνεται εύκολα και ένα αντεπιχείρημα. Π.χ. το ζήτημα του χρονισμού ήταν κάτι που συζητήθηκε. Αλλά πότε θα μπορούσε να γίνει; Μετά τις ευρωεκλογές; Και γιατί όχι τώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη δοκιμάζεται στα διάφορα επίπεδα του κράτους δικαίου, της παραβίασης του Συντάγματος, της παραβίασης των αρχών της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης; Ομως αυτό για το οποίο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ήταν η μεγάλη επιτυχία της εκδήλωσης τόσο ως προς την αθρόα και συγκινητική συμμετοχή του κόσμου, όσο και ως προς το ότι η αντιπολίτευση μπορεί να δημιουργεί προσδοκίες ακόμα κι αν δεν φέρνει άμεσα πολιτικά αποτελέσματα. Το άλλο συμπέρασμα είναι ότι οι πολιτικοί σχηματισμοί οφείλουν να συνομιλούν όχι με στόχο την αναζήτηση κάποιου πολιτικού μεσσία, ούτε με οπτική τεχνητών συγκολλήσεων από τα πάνω προς τα κάτω.

Ούτως ή άλλως οι «συνομιλίες» γίνονται κάθε μέρα και παράγουν αποτελέσματα –πέρα από θεωρητικά σχήματα, καλές ιδέες και εξαγγελίες. Παράγουν πολιτικά εργαλεία στην κούρσα για κατίσχυση και διεύρυνση της κομματικής επιρροής στο δημοκρατικό πλαίσιο. Για παράδειγμα το «μία σου και μία μου», οι «ισορροπίες μη συνεργασίας», οι «συνεργατικές επιλογές» και όλη η γκάμα αποφάσεων και επιλογών από τα σπλάχνα της θεωρίας των παιγνίων ανοίγεται με λογική και αναμενόμενη συνέπεια προς όλους τους ενδιαφερόμενους έναντι των πολιτικών τους αντιπάλων –αυτών που έχουν ήδη καταλάβει κάποια θέση στο πολιτικό πεδίο. Ως εκ τούτου οι μεν πρωτοβουλίες που παρακινούν πολιτικούς, όπως ο Διονύσης Τεμπονέρας, ο Μανώλης Χριστοδουλάκης ή η Εφη Αχτσιόγλου, να μιλάνε (με την έννοια ότι οι παρατάξεις τους συχνά μοιράζονται περισσότερες και βαθύτερες ανησυχίες απ’ όσες τις χωρίζουν) και από την άλλη, με βάση θεμιτές φιλοδοξίες, να τροποποιούν τις στάσεις τους στο πέρασμα του πολιτικού χρόνου. Ούτως ή άλλως κρίνονται.

Με μαθηματικούς όρους και με σενάρια εργασίας θα λέγαμε ότι τα τρία κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και Νέα Αριστερά) έχουν ακόμα δρόμο για να επουλώσουν τις τραυματικές καταστάσεις τους, το παρελθόν τους και να αποτελέσουν -συναθροιζόμενα έστω- απειλή για το σύστημα Μητσοτάκη.

Οι ομοδοξίες, ετεροδοξίες ή -κυρίως- οι κενοδοξίες αποκλείουν το ζητούμενο: θέσεις, τεκμηρίωση, όραμα και κοινωνικό αποτέλεσμα. Ο αξιόπιστος, ρεαλιστικός λόγος, όπως και ο διάλογος που είναι υποχρεωμένα να κάνουν τα κόμματα -ακόμα και με τη μορφή φυσικών πειραμάτων- μπορεί να μη γεμίζει ταμεία ως θέμα ή να γίνεται τηλεοπτικό θέαμα για όλους τους άλλους λόγους –εκτός από την ουσία του. Δημιουργεί όμως πολιτικά υποστρώματα που βρίσκονται σε αναμονή. Και με μια πολύ πολύ γενναία παραδοχή: ότι η κοινωνική πλειοψηφία -σχηματικά μιλώντας- δεν θα συμπεριφερθεί σαν τους Κινέζους που δεν ήξεραν ότι η χώρα τους βρισκόταν σε πόλεμο με την Ιαπωνία.

Και μιας και μνημονεύσαμε τον Σεφέρη στην αρχή, ας μην ξεχνάμε την άποψη που επίσης αντέχει: «Η γενική αναπηρία της ηγετικής τάξης στη σημερινή Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις». Θα μπορούσε να είναι παράφραση του στίχου του Αγγλου ποιητή Τζον Μπέτζεμαν: «Ευτυχισμένη χώρα, σημαίνει δημοκρατία, καθαροί δρόμοι, σωστοί υπόνομοι και τα λεωφορεία στην ώρα τους». Και τρένα που να φτάνουν στον προορισμό τους με ζωντανούς όλους τους επιβάτες τους, θα συμπλήρωνα. Κλείνει χρόνος από το έγκλημα των Τεμπών.