Την ώρα που είναι σε εξέλιξη οι έρευνες της αστυνομίας, μετά τον εντοπισμό φακέλου με βόμβα στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης, οι δικαστικοί υπάλληλοι προχώρησαν σε αποχή, εκφράζοντας ανησυχία για την ασφάλειά τους. Και ενώ ο υπουργός Δικαιοσύνης μιλάει για «κενό ασφαλείας», με ανακοίνωσή τους οι δικαστές του Αρείου Πάγου ζητούν «τοποθέτηση και λειτουργίας σε κάθε δικαστικό κατάστημα της Χώρας ηλεκτρονικών συστημάτων ελέγχου εισερχόμενης αλληλογραφίας για την ανίχνευση πιθανού επικίνδυνου περιεχομένου».
Μιλώντας στη ΕΡΤ, η Χριστίνα Χριστογιάννη, γενική γραμματέας της Ένωσης Δικαστικών Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης, επισήμανε ότι οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν εκπαιδευτεί και γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν σε περιπτώσεις κινδύνου όπως αυτή.
Ωστόσο, τόνισε, οι εργαζόμενοι, κάθε φορά ζουν με την αγωνία μην εκραγεί ο μηχανισμός, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν. Επισήμανε ότι θα πρέπει να αυξηθούν τα μέτρα ασφαλείας, ενώ από σήμερα τους ζητήθηκε να επιδεικνύουν την ταυτότητα του δικαστικού υπαλλήλου, ενώ είναι και σε αποχή από τα καθήκοντά τους.
«Σοβαρό κενό ασφαλείας»
Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, τόνισε από την πλευρά του ότι το περιστατικό αυτό, με τον φάκελο-βόμβα που είχε στόχο την πρόεδρο Εφετών, αποδεικνύει ότι «έχουμε σοβαρό κενό ασφάλειας στο δικαστήριο».
Μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN, ο Γιώργος Φλωρίδης είπε ότι «το να φτάσει ένας τέτοιος μηχανισμός στο γραφείο της προέδρου των Εφετών και από κει στο γραφείο μιας άλλης προέδρου, δείχνει πως προφανώς κάτι δεν λειτουργεί καλά στους ελέγχους».
Και πρόσθεσε:
«Η αστυνομία αξιολογεί ξανά όλο το σύστημα ασφαλείας του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης το οποίο και πριν λίγα χρόνια είχε υποστεί μεγάλη βομβιστική επίθεση. Δεν αποκλείεται ο φάκελος να πήγε απευθείας στο γραφείο. Υπάρχει μια πύλη που δεν έχει μηχάνημα ελέγχου· αυτό όμως δεν σημαίνει πως ό,τι περνάει από κει δεν πρέπει να πάει στο μηχάνημα».
Η ανακοίνωση του Αρείου Πάγου
Ανακοίνωση για το θέμα εξέδωσε και ο Άρειος Πάγος, στην οποία εκφράζει «τον έντονο προβληματισμό του για τη στοχοποίηση, για μια ακόμη φορά, Δικαστικών Λειτουργών, που επιτελούν το έργο της εφαρμογής των νόμων», τονίζοντας πάντως ότι οι δικαστές «δηλώνουν ότι παραμένουν πιστοί στην άσκηση του καθήκοντός μας, υπό οιεσδήποτε συνθήκες και κινδύνους».
