Σπύρος Μαλάμης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο σημαντικός Γάλλος κοινωνιολόγος François Dubet με το βιβλίο του «Ο καιρός των θλιμμένων παθών. Ανισότητες και Λαϊκισμός», το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στην ελληνική γλώσσα από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα, επιχειρεί να συμβάλλει στον ανοιχτό διάλογο περί των ανισοτήτων, φωτίζοντας μία συχνά παραγνωρισμένη πτυχή τους. Συγκεκριμένα, ο Dubet θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στον τρόπο με τον οποίο οι ανισότητες έχουν εξατομικευτεί, γεγονός που, κατά τον συγγραφέα, συμβάλει σημαντικά στον κατακερματισμό των συλλογικών διεκδικήσεων και στην παγίωση μίας άνευ πολιτικής έκφρασης και στόχευσης λαϊκής αγανάκτησης.

Κοινωνία δίχως τάξεις (;)

Αφετηριακό σημείο της ανάλυσης του Dubet θα αποτελέσει η προβληματική γύρω από το ζήτημα των κοινωνικών τάξεων. Οι αλλαγές που συντελέστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στο πεδίο της παραγωγής με την εγκατάλειψη του τεϊλορισμού και τον επακόλουθο μετασχηματισμό της εργασίας, οδήγησαν, κατά τον συγγραφέα, στο τέλος της εργατικής τάξης όπως την γνωρίζαμε. Η υιοθέτηση νέων μοντέλων και σχέσεων εργασίας και η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών στους χώρους εργασίας στα πλαίσια της ανάπτυξης του τριτογενούς τομέα (υπηρεσίες), έχουν δημιουργήσει ένα νέο ετερόκλητο πλήθος εργαζομένων. Πρόκειται, κυρίως, για υπαλλήλους, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την εργασιακή επισφάλεια, τους χαμηλούς μισθούς, τη μη αναγνώριση της αξίας τους, την ανασφάλιστη εργασία, τις ελάχιστες ευκαιρίες για ανέλιξη. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως, τρόπον τινά, αυτό που περιγράφει ο Dubet στο βιβλίο του προσιδιάζει σε αυτό που ο Guy Standing ονομάζει πρεκαριάτο.

Αυτή η κοινωνιολογική παρατήρηση στην οποία προβαίνει ο συγγραφέας με φόντο την Γαλλία και, κατ’ επέκταση, την Ευρώπη, αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην ανάδειξη ενός διαφορετικού τρόπου πρόσληψης της έννοιας της ανισότητας. Καθότι δεν υπάρχει ένα συνεκτικό και ισχυρό πολιτικό/υποκείμενο με σαφείς ταξικές επιδιώξεις, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στις ατομικότητες. Πρόκειται ουσιαστικά για την ανάδυση μιας νέας διάστασης των ανισοτήτων στη βάση ατομικών κριτηρίων. Όπως σημειώνει και ο ίδιος, «ενώ οι κοινωνικές ανισότητες έμοιαζαν κάποτε συνυφασμένες με το σταθερό καθεστώς των τάξεων και των συγκρούσεών τους, σήμερα οι διαιρέσεις και οι ανισότητες πολλαπλασιάζονται διαρκώς και κάθε άτομο μπορεί να υπόκειται σε πολλές τέτοιες» (σελ. 11).

Οι ανισότητες ως προσωπική υπόθεση

Προκειμένου να εξηγήσει τον μετασχηματισμό που συντελείται, ο Dubet θα προχωρήσει στη διάκριση μεταξύ των «μεγάλων» και των «μικρών» ανισοτήτων. Οι πρώτες αφορούν τις μεγάλες ταξικές ανισότητες που αντιπαραθέτουν την πλειοψηφία με τις μικρές μειοψηφίες που κατέχουν τον πλούτο. Οι δεύτερες που αποτελούν και τον πυρήνα του βιβλίου, σχετίζονται με τη διεύρυνση των ανισοτήτων και την ταυτόχρονη εξατομίκευσή τους. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας επιχειρεί να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα εκλαμβάνουν τις ανισότητες στην καθημερινότητά τους.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, «όντας πολλαπλές χωρίς να είναι ομοιογενείς, οι ανισότητες εξατομικεύονται, μετατίθενται από τις τάξεις στα άτομα και πλήττουν προσωπικά, αποσπώμενες από τις συλλογικές κατηγορίες που τους έδιναν ένα νόημα κοινό για όλους. Και οι ανισότητες που βιώνονται ως προσωπικές δοκιμασίες είναι, γι’ αυτό, οι σκληρότερες» (σελ. 56). Για να στηρίξει την παραπάνω παρατήρηση θα αναφερθεί, μεταξύ άλλων, σε ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, αυτό της ταξικής αποστοίχισης. Συγκεκριμένα, θα αναφερθεί στη μαζικοποίηση του φαινομένου αυτού ως προς τους ψηφοφόρους που ανήκουν στην εργατική τάξη ή, ευρύτερα, στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα και επιλέγουν όχι Αριστερά, αλλά Δεξιά κόμματα.

Το ενδιαφέρον, λοιπόν, στρέφεται στον τρόπο με τον οποίο βιώνονται οι πολλαπλές (ως προς το φύλο, την κοινωνική θέση, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ηλικία, την καταγωγή κ.α.) ανισότητες στην καθημερινότητα. Πρόκειται για ένα μετασχηματισμό που προβάλει πλέον το ζήτημα των ανισοτήτων ως ατομική, προσωπική υπόθεση, η οποία θίγει τα άτομα με τρόπο, έστω και φαινομενικά, μοναδικό. Στο πλαίσιο αυτό, το αίσθημα της κοινωνικής αδικίας, της απογοήτευσης, της αναξιοκρατίας και της έλλειψης κοινωνικής δικαιοσύνης χάνει τη συλλογική του διάσταση και αγκυλώνεται στο ατομικό επίπεδο. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει ένας κοινός τόπος συλλογικής έκφρασης, τα συλλογικά διακυβεύματα και διεκδικήσεις δίνουν τη θέση τους στις ατομικές δοκιμασίες και αγωνίες. Ο ανταγωνισμός και οι συγκρούσεις που λάμβαναν χώρο σε επίπεδο κοινωνικών τάξεων μετατρέπεται, σύμφωνα με τον συγγραφέα, σε έναν εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ ατόμων.

Ο Dubet θα επισημάνει, με την αξιοποίηση παραδειγμάτων, μία βασική διάσταση της παραπάνω παρατήρησης, εστιάζοντας στις συγκρίσεις με τους κοντινότερους (συγγενείς, συναδέλφους, φίλους κ.α.). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα στο οποίο θα εστιάσει αφορά τις εργασιακές συνθήκες. Συγκεκριμένα, θα υποστηρίξει πως «στην ίδια επιχείρηση, είτε είναι δημόσια είτε ιδιωτική,  η ίδια η εργασία μπορεί να διεκπεραιώνεται από μισθωτούς με διαφορετικό καθεστώς. Μπορεί να έχουν σύμβαση αορίστου ή ορισμένου χρόνου, να είναι αναπληρωτές ή προσωρινοί […]. Εντέλει όλοι συγκρίνονται μεταξύ τους και μπορεί να νιώθουν “προνομιούχοι” ή “υποτιμημένοι”, παρότι κάνουν την ίδια δουλειά» (σελ.70).

Πέρα από τον καταγγελτικό λόγο και την αγανάκτηση

Η μετατροπή μιας συλλογικής ανισότητας σε ατομικό ζήτημα εντείνει, σύμφωνα με το επιχείρημα του συγγραφέα, το αίσθημα της μη αναγνώρισης και ορατότητας και, κατ’ επέκταση, την απογοήτευση, την  αγανάκτηση και, τελικά, τον θυμό. Ενώ οι ανισότητες πολλαπλασιάζονται, αποκτούν πολλαπλές μορφές και διαστάσεις, διευρύνονται και οξύνονται, η αδυναμία σύγκλισης των ατομικών απογοητεύσεων και η μετουσίωσή τους σε συλλογική πολιτική διεκδίκηση οδηγεί σε έναν στείρο καταγγελτικό λόγο. Η αγανάκτηση αντί να λειτουργεί ως η κινητήριος δύναμη της άρνησης σε μία υπάρχουσα κατάσταση – στην προκειμένη περίπτωση των ανισοτήτων- και της δημιουργίας μιας θετικής ατζέντας, βιώνεται ως ρουτίνα ή/και ως κυνισμός.

Ο Dubet θα επιμείνει ιδιαίτερα στο σημείο αυτό, υποστηρίζοντας πως ο καταγγελτικός λόγος που κυριαρχεί καταλήγει στην ενδυνάμωση λαϊκίστικών δυνάμεων, τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά του πολιτικούς φάσματος. Ορίζοντας τον λαϊκισμό με όρους πολιτικού ύφους θα σημειώσει πως η εξέλιξη αυτή ενισχύει τα αρνητικά πάθη της μνησικακίας και της αγανάκτησης, δίχως να μπορεί να τα διοχετεύσει μέσα από δημοκρατικές και χειραφετητικές πολιτικές πρακτικές. Πρόκειται, θα λέγαμε, για έναν φαύλο κύκλο που παράγεται και αναπαράγεται διαρκώς, εντείνοντας το κοινωνικό και πολιτικό αδιέξοδο.

Το ερώτημα που εύλογα γεννάται από την ανάλυση του Dubet μπορεί να συμπτυχθεί στο, φαινομενικά απλό, «τι να κάνουμε;». Απέναντι στη συνθήκη αυτή, ο συγγραφέας θα επιμείνει στην ανάγκη για πολιτική ανανέωση με βασικούς άξονες την επιδίωξη της δικαιοσύνης και της ισότητας, η οποία θα κατορθώσει να δημιουργήσει τους όρους πάνω στους οποίους η ατομική απογοήτευση θα συναντήσει τη συλλογική έκφραση και πολιτική δράση. Σημαντική διάσταση σε μία τέτοια προοπτική αποτελεί η βαθύτερη κατανόηση και ενσωμάτωση των «μικρών» ανισοτήτων στην πολιτική σκέψη ως καθοριστικού παράγοντα στην καλύτερη κατανόηση των «μεγάλων» ανισοτήτων.

Συνοψίζοντας, ο Dubet στο βιβλίο του κατορθώνει να προχωρήσει σε μία πολύ εύστοχη κοινωνιολογική παρατήρηση για τον τρόπο με τον οποίο (ανα)παράγονται, πολλαπλασιάζονται και οξύνονται οι ανισότητες στη σημερινή συνθήκη, αξιοποιώντας, μάλιστα, εμπειρικά δεδομένα. Στην προσπάθειά του αυτή θα επιμείνει  σε μία παράμετρο που συχνά παραβλέπεται ή παραγκωνίζεται. Μιλώντας για τις «μικρές» ανισότητες θα αναδείξει την εξατομίκευση των ανισοτήτων και τη σημασία τους τόσο για τα ίδια τα άτομα (ως προς τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν τις ανισότητες) όσο και για τη δημιουργία μίας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης. Από τη σκοπιά αυτή, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε πως «Ο καιρός των θλιμμένων παθών» συγκροτεί μια στιβαρή βάση για έναν εποικοδομητικό αναστοχασμό πάνω σε ακανθώδη και άκρως επίκαιρα ζητήματα και προβληματικές. 

* Υποψήφιος Διδάκτορας Πολιτικής Θεωρίας ΑΠΘ