Δήμητρα Κυρίλλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρκαρισμένο δίπλα στα φορτηγά αεροπλάνα του ΟΗΕ, το μικροσκοπικό αυτοσχέδιο αεροπλάνο που ο Χούμπερτ Ζάουπερ έχει με ίδια μέσα κατασκευάσει μοιάζει με παιδικό παιχνίδι. Παραμονές του δημοψηφίσματος του 2011 που σφράγισε την οριστική διχοτόμηση της ως τότε μεγαλύτερης σε έκταση χώρας της Αφρικής, ο Αυστριακός δημιουργός προσγειώνεται σε χορταριασμένες λωρίδες και στρατιωτικά αεροδρόμια του Νότιου Σουδάν και επισκέπτεται ανθρώπους τόσο πολύ διαφορετικούς, όχι μόνο σε σχέση με την φυλετική καταγωγή, αλλά κύρια σε σχέση με τις σκοπιμότητες και τα συμφέροντα που εκπροσωπούν.

Τα τελευταία προσέλκυσαν στη φτωχότερη χώρα του κόσμου από άποψη ΑΕΠ (όχι από άποψη φυσιών πόρων) διεθνείς ιθύνοντες, πολιτικούς, κερδοσκόπους, ιεραποστολικές οργανώσεις. Οι εταιρίες εξόρυξης βρίσκονταν ήδη εκεί. Η κάμερα του Ζάουπερ παρακολουθεί πάντα από κοντά. Στις (αλεξίσφαιρες) εγκαταστάσεις άντλησης αργού πετρελαίου, Ασιάτες εργάτες φιλοσοφούν πάνω στο ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής στην Αφρική, τον ανερχόμενο ρόλο της Κίνας και τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης με φόντο οθόνες που προβάλλουν επεισόδια από το «Ταξίδι στο διάστημα» και τον «Πόλεμο των άστρων». «Δεν πρόκειται για αποικιοποίηση» είναι το βασικό απόφθεγμα που θα ακουστεί πολλές φορές από διαφορετικά πρόσωπα στην ταινία. Όμως θα επικαλεστούν το πολιτισμικό χάσμα ανάμεσα στους ίδιους και τους Αφρικανούς, το οποίο επιβάλλει από τη μεριά τους τη διαθεσιμότητα «προληπτικών» μέτρων και φυσικά των καλύτερων όπλων. Και μετά, ραντεβού στο διάστημα για εξεύρεση νέων πηγών ενέργειας… Οι ντόπιοι στην απέναντι πλευρά του φράχτη των πετρελαιοπηγών διαμαρτύρονται για τη μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα και φοβούνται μήπως τους διώξουν από τις φτωχικές καλύβες τους (όπως αποδεικνύεται, οι φόβοι τους δεν είναι αδικαιολόγητοι). Την ίδια ώρα, ο εντεταλμένος του ΟΗΕ παρουσιάζει περήφανος τις μακέτες με τις πρότυπες εγκαταστάσεις από όπου το επιτελείο του θα επιβλέψει την «νέα εποχή» της χώρας. Θα περιλαμβάνουν μέχρι και κιόσκι πώλησης παγωτών! Επιχειρηματίες οργανώνουν φόρα με αντικείμενο τις επενδυτικές ευκαιρίες στη χώρα και παραληρούν για τις επερχλομενες “win-win καταστάσεις”, ενώ η Χίλαρυ Κλίντον στην οθόνη της τηλεόρασης διαβεβαιώνει ότι “εμείς” δεν θέλουμε μια νέα μορφή αποικιοκρατίας στην Αφρική. Αλλά ποιοι ακριβώς είμαστε “εμείς”; Από το σινεμά του Χούμπερτ Ζάουπερ δεν μπορεί κανείς να περιμένει εύκολες απαντήσεις.

«Το φεγγάρι ανήκει στον λευκό άνθρωπο, το γνωρίζετε, έτσι;»

Το Νότιο Σουδάν είναι το νεαρότερο αναγνωρισμένο από τον ΟΗΕ κράτος στον κόσμο. Κατοικήθηκε ιστορικά από διάφορες Νειλοτικές φυλές (Ντίνκα, Νουέρ, Λοτούκο, Μπόγια, Σιλούκ, Ατσόλι, Μούρλε, Μπάρι, Κούκου, Φαν, Μαμπάν, Ζαντί, Οντούκ κ.α.), που έζησαν στο περιθώριο της οικονομικής και πολιτικής ζωής τόσο του αποικιοκρατούμενου, όσο και του ανεξάρτητου από το 1956 ενιαίου Σουδάν, στο οποίο κυριαρχούσε ο στρατηγός αλ Μπασίρ και τα Αραβόφωνα επιτελεία του στο Χαρτούμ. Το αίτημα για αυτονομία στο Νότιο Σουδάν είχε οδηγήσει σε σειρά από μακροχρόνιους εμφύλιους πολέμους μέχρι το 2005, και το 2011 μετά από δημοψήφισμα οριστικοποιήθηκε η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Οι ηγέτες Ομάρ αλ Μπασίρ και Σάλβα Κιιρ έδωσαν τα χέρια εγγυώμενοι την ειρήνη. Ωστόσο τα σύνορα των δυο οντοτήτων χαράχτηκαν και ξαναχαράκτηκαν με αίμα και εθνοκαθάρσεις..

Ο Ζάουπερ εύστοχα παραλληλίζει την ίδρυση του Νοτίου Σουδάν με την «κρίση της Φασόντα», το στρατιωτικό επεισόδιο που συνέβη στην ομώνυμη πόλη της χώρας (σημερινό Κοντοκ) το 1898 και αποτέλεσε την κορύφωση της σύγκρουσης του Βρετανικού και Γαλλικού αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού στην Αφρική. Τότε, είχε εξελιχθεί σε έντονο διπλωματικό ζήτημα με άμεσο κίνδυνο να κηρυχθεί πόλεμος μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Γιατί στη Φασόντα; Γιατί σε αυτή την περιοχή του Άνω Νείλου και στον απόηχο της διάσκεψης του Βερολίνου που τo 1885 είχε κηρύξει τη «διαμάχη για την Αφρική» (Scramble for Africa) τέμνονταν δυο αντίπαλοι γεωπολιτικοί άξονες: Κέιπ Τάουν – Κάιρο (το όνειρο του Σέσιλ Ρόουντς για τους Βρετανούς) και Ντακάρ – Τζιμπουτί (η φιλοδοξία των Γάλλων). Η κρίση της Φασόντα έληξε σύντομα με άτακτη υποχώρηση της Γαλλίας, όμως η αντιπαλότητα που εμφανίζεται σήμερα στην περιοχή ανάμεσα στους Δυτικούς (κύρια ΗΠΑ) και Κίνα- Σουδάν βρίσκεται σε εξέλιξη και πυροδοτεί όλο και μεγαλύτερη αστάθεια, διεθνή και εσωτερική.

Το σινεμά του Χούμπερτ Ζάουπερ

Ο Χούμπερτ Ζάουμπερ είναι παλιός γνώριμος της Αφρικανικής ηπείρου. Το 1998 ταξίδεψε στο Κισαγκάνι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό, αναζήτησε και βρήκε τους επιζώντες από τους 80000 πρόσφυγες Χούτου, που είχαν καταφύγει διωγμένοι στη διάρκεια του εμφυλίου της Ρουάντα και ζούσαν ξεχασμένοι στα βάθη της ζούγκλας. Το σαρανταπεντάλεπτο ντοκιμαντέρ του έκανε τόσο μεγάλη αίσθηση, που ο μεγάλος δάσκαλος του ντοκιμαντέρ Ζαν Ρους μίλησε για τη γέννηση του “σινεμά της επαφής”, όπου δηλαδή η απόσταση ανάμεσα στον κινηματογραφιστή και τα όσα καταγράφει εκμηδενίζεται. Ο ίδιος ο Ζάουπερ, ο οποίος έχει επισκεφτεί την Ελλάδα προσκεκλημένος του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποποιείται τον όρο «σινεμά τεκμηρίωσης», προτιμώντας να το αποκαλεί μινιμαλιστικό “non-fiction cinema”.

Τι κάνει το σινεμά του τόσο ιδιαίτερο; Γυρίζει τις ταινίες του μετά από εξαντλητική έρευνα πάνω στο θέμα, με λιγοστά τεχνικά μέσα και μικρό συνεργείο που στοχεύει στην αμεσότητα της απεικόνισης. Το σπουδαιότερο κατά τη γνώμη μας εύρημα είναι ότι ηθελημένα μειώνει την απόσταση που τον χωρίζει από τον άνθρωπο με τον οποίο συνομιλεί, για να βρεθεί στο ύψος του -κυριολεκτικά και μεταφορικά-, στην προσπάθεια να δημιουργηθεί μια συνθήκη ισότητας και εμπιστοσύνης. Για παράδειγμα, τα μαύρα παιδάκια που τόσο συγκινούν το βλέμμα του δυτικού ανθρώπου, συνήθως αποτυπώνονται με ρομαντική διάθεση σαν φολκλόρ («τι γλυκά παιδάκια!»). Στα έργα του Ζάουπερ τους αποδίδεται σε πραγματικό χρόνο φωνή, η δικιά τους φωνή που ενίοτε είναι σπαρακτική κραυγή. Με αυτό τον τρόπο κατόρθωσε να φέρει σε ανθρώπινο μπόι κολοσσιαία και περίπλοκα ζητήματα όπως η αποικιοκρατία, η εκμετάλλευση, οι περιβαλλοντικές καταστροφές. Πρόκειται για μια κινηματογραφική προσέγγιση που συναισθάνεται και γιαυτό αρνείται να αναπαραγάγει τη σχέση εξουσίας που εμπεριέχουν ακόμη και τα λαμπρότερα δείγματα του λεγόμενου «κινηματογράφου τεκμηρίωσης», όπου η δυτική ματιά κυριαρχεί από τεχνική, αισθητική και φυσικά πολιτική άποψη. Γιατί πολιτική άποψη υπάρχει, κι αυτό έχει συνέπειες.

Ο Ζάουπερ έγινε παγκόσμια γνωστός το 2005, με τον «Εφιάλτη του Δαρβίνου», μια καταγραφή της περιβαλλοντικής και ανθρωπιστικής καταστροφής που προκάλεσε στην Τανζανική λίμνη Βικτώρια η εισαγωγή και εκμετάλλευση της πέρκας, ενός ψαριού που ανέτρεψε την οικολογική ισορροπία του οικοσυστήματος, και η αλιεία του με στόχο τις Δυτικές αγορές μετέτρεψε την περιοχή σε ένα φέουδο λαθρεμπορίου και εξαθλίωσης για τους ντόπιους.

Η ταινία έκανε μεγάλη αίσθηση και βρέθηκε στην τελική πεντάδα των Οσκαρ ντοκιμαντέρ, ενώ στο μεταξύ ο δημιουργός της κέρδισε μια σειρά διακρίσεις σε φεστιβάλ. Αποκόμισε ωστόσο και κάμποσες απειλές για τις σκληρές αλήθειες που έδειχνε και δέχτηκε απειλές και μηνύσεις με την κατηγορία πως η ταινία περιέχει επινοημένες καταστάσεις και δεν είναι “κανονικό” ντοκιμαντέρ. Τι είναι όμως το «κανονικό ντοκιμαντέρ»; Υπάρχει; Για τον Ζάουπερ όχι, Έτσι με την ίδια άποψη έφτιαξε το «Ερχόμαστε εν ειρήνη», αντιμέτωπος με ακόμα μεγαλύτερες προκλήσεις σε μια χώρα που, αν και νεοσύστατη, έχει ιστορία, εκπροσώπηση, διεθνή εποπτεία.

Ερχόμαστε εν ειρήνη;

Το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία δίνει 98% υπέρ της ανεξαρτησίας. Ο Τζορτζ Κλούνεϊ χαμογελά αφοπλιστικά στις κάμερες χρυσώνοντας τον νέο κύκλος μοιρασιάς σε τούτη τη γωνιά της Αφρικής.

Ιεραποστολές της Ευαγγελικής εκκλησίας χτίζουν τις βίλες τους, από όπου εξορμούν να διδάξουν το ποίμνιό τους με φορητές συσκευές ομιλούσας Αγίας Γραφής (!) που επαναφορτίζονται με ηλιακή ενέργεια και κακοποιούν τα γυμνά πιτσιρίκια ντύνοντάς τα με δυτικόφερτα ρούχα (μια από τις πιο «feel bad» σκηνές της ταινίας). Στα σχολεία οι διδάσκοντες αποβάλλουν τους μαθητές που δεν φορούν στολή. Οι «επενδυτές» ντύνουν με το ζόρι τα πιτσιρίκια και γδύνουν τη νεοσύστατη χώρα από τον πλούτο της με ληστρικές συμβάσεις τύπου «leasing» (προς Θεού, όχι πώλησης). Σϋντομα το 10% της χώρας έχει περάσει σε ξένα χέρια, πέρα από συμβολικά έργα, η «ανάπτυξη» έχει αποκλείσει την πλειοψηφία των κατοίκων που εκτοπίζονται από τα χωριά τους και μετατρέπονται σε άκληρους παρίες να σπάνε κυριολεκτικά πέτρες στο περιθώριο των «μεγάλων» έργων αντιμετωπίζοντας το φάσμα της πείνας και της αστεγίας, ενώ η διαφθορά κάνει θραύση.

Ο Ζάουπερ δίνει το λόγο στους «πάνω» και στους «κάτω» κι αφήνει τον θεατή να κρίνει μόνος του. Πολιτικοί, ειρηνοποιοί, ιεραπόστολοι μιλάνε για λαό που έχει μείνει 200 χρόνια πίσω και «πρέπει να δουλέψει για να φάει». Οι απλοί άνθρωποι συναισθάνονται σε μεγάλο βαθμό τις μεγάλες αλήθειες, το «διαίρει και βασίλευε», αλλά είναι αποκομμένοι από τη λήψη αποφάσεων, δεν έχουν καμιά ισχύ. Όμως, όπως έχει εξηγήσει ο ίδιος, κάνει ταινίες στην Αφρική, για να μιλήσει όχι για την Αφρική, αλλά για τα μεγάλα θέματα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, να τα μοιραστεί με το κοινό με στόχο την ευαισθητοποίηση, την επισήμανση στοιχείων που συχνά περνούν απαρατήρητα,, να επηρεάσει την οπτική γωνία από την οποία είναι ειδωμένα τα πράγματα, ακόμα κι αν χρειαστεί να γίνει ενοχλητικός (συχνά γίνεται).

Στις ταινίες του δεν υπάρχει λύτρωση, γιατί δεν υπάρχει εύκολη λύση στα ζητήματα από τη σκοπιά που τα προσεγγίζει. Η feel good λύση του Δυτικού ανθρώπου που θέλει να κάνει κάτι καλό κομματιάζεται μόλις ο φακός φύγει από το είδωλό του και περάσει στην απέναντι πλευρά, κι ακόμα περισσότερο, όταν δείξει τη συνολική κατάσταση Κι αυτό επαναφέρει τη συζήτηση στο πλαίσιο αναφοράς και την αντίληψη και πώς αυτή διαμορφώνεται. Χρειαζόμαστε περισσότερο σινεμά σαν αυτό του Χούμπερτ Ζάουπερ!

Εδώ το βίντεο της ταινίας