«Ανοιξα το παράθυρο στην υγρασία της ατμόσφαιρας και άναψα τσιγάρο. Εξω η νύχτα πλάκωνε με βάρος αφόρητο το τοπίο. Ο γκιώνης, απ’ τα κλωνάρια του πλάτανου, καλούσε τα θύματά του με το συνηθισμένο πένθιμο κρώξιμο πάνω απ’ τα κεφάλια της παρέας που καληνυχτίζονταν αφήνοντας το καφενείο. Κάποιος σφύριξε με δύναμη, όπως σφύριζαν στα κοπάδια, να φύγει “το καταραμένο, το χαροπούλι, να φάει το κεφάλι του”»
Λίγο πριν εκπνεύσει το 2023 έφτασε στα χέρια μου «Το κρώξιμο του γκιώνη» του Αλέκου Ζούκα, από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Στο εξώφυλλο ένας άντρας-ίκαρος με τα χέρια ανοιχτά ετοιμάζεται να πετάξει πάνω από βουνά, λίμνες και κρυφά ποτάμια. Το όνομα του συγγραφέα μού ήταν γνωστό από την «Οφειλή» του σκηνοθέτη Σταύρου Ψυλλάκη. Νομίζω πως δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα και τη μορφή του Ζούκα στο ντοκιμαντέρ που τον ακολούθησε στο ταξίδι της ζωής και παράλληλα της ανίατης αρρώστιας που του τη στέρησε.
Όπως λέει ο σκηνοθέτης της ταινίας για τον κινηματογραφικό του ήρωα: «Γιατί, εκτός από μια οφειλή στο φίλο, είναι πρωτίστως οφειλή απέναντι στον πλούτο ζωής και πληρότητας, που η συναναστροφή με αυτόν τον άνθρωπο μου έδωσε την ευκαιρία να ζήσω. Είναι μια ευγνωμοσύνη απέναντι στην ίδια τη ζωή, που κάποιες, λίγες, φορές έχουμε την τύχη να μας προσφέρει γενναιόδωρα τα δώρα της. Και η φιλία με τον Αλέκο σε αυτά τα μονοπάτια άνθιζε και σε ξεναγούσε… Νιώθω πολύ τυχερός που κοινωνήσαμε μια βαθιά φιλία μ’ έναν “άγγελο αμαρτωλό”. Μια σχέση που την πότισε και τη λίπανε η ανθρωπιά και η ανιδιοτέλεια. Τα άρρητα και τα σιωπηλά κομμάτια της ηχούν μέσα μου εκκωφαντικά. Η ταινία είναι μια ελεγεία στην αντρική φιλία».
Να λοιπόν που ο ίδιος άνθρωπος είχε αφήσει και ένα βιβλίο πίσω του που δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο. Με μεγάλη περιέργεια άρχισα να διαβάζω την αφήγηση ενός δημοσιογράφου-ερευνητή που ξεκινά να εκπληρώσει την υπόσχεση που έχει δώσει στη γιαγιά του, να βρει τον χαμένο βαφτισιμιό της, τον υιοθετημένο γιο του «Αμερικανού». Ο άνθρωπος που φώναζαν όλοι Αμερικανό, ντόπιος που πήγε στην Αμερική, γύρισε στον τόπο του, άνοιξε καφενείο και την περίοδο της γερμανικής κατοχής αυτός και ο γιος του έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην Αντίσταση των Αγράφων, αλλά και αργότερα, στον Εμφύλιο. Ο γιος πέρασε στη σφαίρα του μύθου, κανείς δεν ξέρει το όνομά του, ούτε τι απέγινε. Ο αιματηρός εμφύλιος αμέσως μετά τον πόλεμο άφησε πίσω του πληγωμένα βουνά και ρημαγμένους ανθρώπους. Ο Αλέκος Ζούκας, άλλοτε λυρικός και άλλοτε ευθύβολα ρεαλιστικός, περιγράφει το δράμα των ανθρώπων άρρηκτα συνδεδεμένο με το δράμα της γης που πατούν.
Ο γκιώνης, το χαροπούλι, μάρτυρας της απελπισίας των μαύρων χρόνων, τον συντροφεύει στην αναζήτησή του. Οι άνθρωποι που περνούν από τις σελίδες του βιβλίου είναι πρόσωπα σμιλεμένα από γρανίτη και ευαισθησία. Κουβαλούν τη σοφία του βιωμένου πόνου και της καθημερινής συναναστροφής τους με τη φύση, μια φύση ανυπότακτη. «Σπίτια κλειστά με σφαλισμένα τα παράθυρα και στους πέτρινους τοίχους φυλακισμένη η ανθρώπινη παρουσία, για πάντα, εγκλωβισμένη μέσα στη σιωπή της πέτρας. Πώς χωράει ένας κόσμος στο σκοτάδι και στη σιωπή; Και πώς μπορούν ο καυτός ήλιος, η δροσιά της βροχής κι η παγωνιά να σβήσουν τα ίχνη του θανάτου, τον πόνο; Ποιος βρέθηκε ανυπεράσπιστος στον δρόμο της οργής και δεν αποκαρτέρησε; Σαν πόρτες που ανοιγοκλείνουν διαδοχικά οι καιροί, και κανένας δεν γνωρίζει πού μπαίνει, μόνο σαν καταφέρει να βγει θα ’χει κερδίσει ένα κομμάτι μνήμης, παρακαταθήκη για τον υπόλοιπο χρόνο, μια στάμπα ανεξίτηλη σε μορφή χαρακτικού, χωρίς τις χυδαίες λεπτομέρειες της φωτογραφίας, μόνο τη διτονική αίσθηση του λευκού και του μαύρου, της χαράς και του πόνου».
Ο Ζούκας κατέχει καλά την τέχνη της αφήγησης, κάποια σημεία του βιβλίου μοιάζει να έχουν τη μαγεία των θρύλων που είναι τόσο παλιοί όσο κι ο κόσμος, αλλά περισσότερο κατέχει τις λέξεις που είναι ξεχασμένες. Λέξεις πανέμορφες που ζουν μόνο σε μέρη απάτητα από τον σύγχρονο πολιτισμό. Τις διασώζει και τις κληροδοτεί στους νεότερους. «Το κρώξιμο του γκιώνη» δεν είναι ένα άλλο βιβλίο για τον Εμφύλιο και τα απότοκά του στις ζωές των ανθρώπων· είναι ένα ταξίδι στα ενδότερα της ύπαρξης που μοιάζει με εκείνο του αναχωρητή Ζαρατούστρα. Ανατρέχω σ’ ένα κείμενο του Πέτρου Μανταίου για τον Ζούκα που ίσως εξηγεί πολλά για αυτόν τον άγνωστο σε μας συγγραφέα: «Χαρακτήρας πληθωρικός, ο Αλέκος. Ταξιδευτής του χώρου και του χρόνου άπαιχτος. Αφηγητής σαγηνευτικός∙ από τις τελευταίες αναλαμπές αρχαίων παραμυθάδων. “Στο ’χω ξαναπεί αυτό! Δε στο ’χω;” έλεγε συχνά. “Το ’χεις ξαναπεί, αλλά ξαναπές το. Αφού κάθε φορά το λες αλλιώτικα!” τον παρακινούσα.
Σπαρταριστή η ιστορία γνωριμίας του, φοιτητής τότε στη Φυσική, με τον Σκαρίμπα: Πώς τον επισκέφτηκε, μετά από ραντεβού, στο σπίτι του στη Χαλκίδα, βαστώντας ένα κουτί κουραμπιέδες από το λιγοστό χαρτζιλίκι του (κουραμπιέδες, ναύλα πηγαινέλα ήταν όλα του τα λεφτά· δυο μέρες είχε να φάει!), και πώς ο Σκαρίμπας τον υποδέχτηκε με… προτεταμένο περίστροφο. Αυτή την απίθανη ιστορία, με την παραστατική –σωστό θέατρο!– αφήγηση, σε… άπταιστα καρδιτσιώτικα, τον είχα βάλει να την πει ούτε θυμάμαι πόσες φορές, οι δυο μας ή σε παρέα. Ξεκίνησε, νεαρός, ένα καλοκαίρι να εξερευνήσει την Πίνδο και περπάτησε σαράντα μέρες, ο αθεόφοβος, από τα ορεινά της Καρδίτσας μέχρι τα Γιάννενα, με ύπνο “έναστρο” όπως τον έλεγε: κοιμόταν στο ύπαιθρο!». Διαποτισμένο με αυτό το πνεύμα είναι και το «Κρώξιμο του γκιώνη», ένα βιβλίο που προχωρώντας στο βάθος των σελίδων του θα νιώθετε ολοένα και περισσότερο ότι διαβάζετε κάτι ακριβό.
