Ο Γκαλεάνο λέει ότι ένας αγώνας χωρίς οπαδούς είναι σαν να χορεύεις χωρίς μουσική. Πολύ δύσκολο και ίσως αντιαισθητικό. Σαν να είναι κατηγορούμενος ο αθλητισμός ή το ποδόσφαιρο που τιμωρείται για τους άδικους χαμούς νέων ανθρώπων.
Είναι υπόλογο το ποδόσφαιρο για τον θάνατο του 31χρονου αστυνομικού Γιώργου Λυγγερίδη, του 29χρονου Μιχάλη Κατσούρη, του Αλκη Καμπανού και άλλων προηγούμενων; Οχι βέβαια. Δεν φταίει το ποδόσφαιρο για το πώς το χρησιμοποιούν και το καπηλεύονται. Αντίθετα, στην ιστορία του ποδοσφαίρου δεν είναι λίγα τα παραδείγματα του ρόλου της λαϊκής παρέμβασης σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Ποιος γνωρίζει τον αλήστου μνήμης ποδοσφαιρικό αγώνα Παναθηναϊκού – ΑΕΚ στην Κατοχή το 1942, που μετατράπηκε σε μια μεγάλη και πρωτόγνωρη αντιναζιστική διαδήλωση;
Και όμως, κάθε φορά τα ίδια και κάθε φορά το «μαχαίρι στο κόκαλο»! Το σύνολο των μέτρων που παίρνονται (ηλεκτρονικό εισιτήριο, εγκατάσταση καμερών σε αγωνιστικούς χώρους, «ιδιώνυμο» Ορφανού, απαγορεύσεις μετακινήσεων οπαδών, νόμοι Κοντονή, Βασιλειάδη, Αυγενάκη) και η συζήτηση που αναπαράγεται από τα ΜΜΕ καταφέρνουν –στην καλύτερη– να συσκοτίσουν τις αιτίες του κοινωνικού φαινομένου που λέγεται «οπαδική βία» ή χουλιγκανισμός.
Χωρίς να παραβλέπουμε το γεγονός ότι μέσα στην κοινωνία, όπου αναπτύσσεται ένας νέος άνθρωπος, είναι πολλοί οι παράγοντες που τον ωθούν να εμφανίσει μια τέτοια συμπεριφορά, έχει σημασία να βλέπουμε τη συνολική εικόνα του φαινομένου.
Ο χουλιγκανισμός ως κοινωνικό φαινόμενο, με το σύνολο των χαρακτηριστικών που αποκτά, γεννιέται και μεγαλώνει από την οικονομική δραστηριότητα που αναπτύσσεται στο ποδόσφαιρο, γενικότερα στον αθλητισμό. Η δημιουργία «οπαδικών στρατών», η δράση φασιστικών ομάδων μέσα σε αυτούς, η ιδεολογική παρέμβαση στους οπαδούς έχουν στόχο την εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων των ιδιοκτητών των ΠΑΕ.
Ο αθλητικός χώρος έχει χάσει την αυτονομία του, αφού η ιδιαίτερη λογική και οι αξίες του υποσκάπτονται συστηματικά από τη λογική του χρήματος και της αγοράς. Αυτό που ο Χάμπερμας αποκαλεί αποικιοποίηση του «βιοκόσμου» από την κυρίαρχη εργαλειακή λογική του οικονομικού συστήματος.
Η «οπαδική» ή φασιστική βία, επομένως, είναι παγκοσμιοποιημένη και οργανωμένη. Συνδέεται με κυρίαρχα (πολυεθνικά και εθνικά) οικονομικά, πολιτικά συμφέροντα, δομές επιτήρησης και καταστολής, κήνσορες επιστημονικής ανάλυσης και μιντιακής αναπαράστασης. Ετσι εξηγείται η αφωνία της UEFA και συνολικά του συστήματος που τιμωρεί αυστηρά για ένα καπνογόνο μέσα στο γήπεδο – και καλά κάνει, αλλά ανέχεται τους σύγχρονους ναζί να κάνουν ό,τι γουστάρουν.
Γι’ αυτό τον λόγο ακόμη και ο όρος «οπαδική βία» είναι παραπλανητικός, γιατί ουσιαστικά αφήνει στο απυρόβλητο την επιχειρηματική δράση στον χώρο του αθλητισμού, τα παζάρια και τους ανταγωνισμούς των μεγαλοεπιχειρηματιών, από όπου απορρέουν και τα φαινόμενα βίας που θέτουν σε κίνδυνο ακόμη και τις ανθρώπινες ζωές.
Η υγεία στον αθλητισμό, πέρα από επιχειρηματικά ή άλλα συμφέροντα, η παραγωγή αθλητών, η συμμετοχή νέων παιδιών, οι ευκαιρίες σε ταλέντα να αγωνιστούν, η ενθάρρυνση, η ενίσχυση του αθλητισμού και όχι απαραίτητα και του πρωταθλητισμού και η καλλιέργεια ήθους τόσο στους αθλητές όσο και στους φιλάθλους συνιστούν στοιχεία της φιλοσοφίας που πρέπει να πρυτανεύσει στον αθλητισμό. Στον δρόμο αυτόν ίσως χαρούμε και ίσως ξαναζωντανέψουμε τις Κυριακές στα γήπεδα και ίσως αποτρέψουμε τη νεολαία μας από τους ολισθηρούς δρόμους της κοινωνικής παθογένειας.
*Πανεπιστημιακός – συγγραφέας
