Ως προδιαγεγραμμένη δολοφονία που άργησε πέντε χρόνια και δυόμισι μήνες αντιμετώπιζαν χθες οι αστυνομικοί την εκτέλεση με καταιγισμό πυρών -μετρήθηκαν τουλάχιστον 95 κάλυκες από καλάσνικοφ και 9άρι πιστόλι έξω από το αυτοκίνητο- του 44χρονου Βαγγέλη Ζαμπούνη, γνωστού «νονού» της νύχτας με τη προσωνυμία «Ζαμπόν», που έγινε στη 1.55 τα ξημερώματα της Κυριακής στη συμβολή των οδών Φραντζή και Ηλία Ηλιού έξω από βενζινάδικο συμφερόντων του στον Νέο Κόσμο.
Το «συμβόλαιο θανάτου», όπως εκτιμούσαν, είχε κλειστεί ήδη από το 2018. Αγνωστοι δράστες επιχείρησαν να το κλείσουν στις 29 Οκτωβρίου εκείνου του έτους, όταν τον εντόπισαν στο σταθμευμένο αυτοκίνητο έξω από ναυτιλιακή εταιρεία στην Ακτή Κονδύλη 4 στον Πειραιά και μέσα από το λευκό βαν που επέβαιναν άρχισαν να πυροβολούν με καλάσνικοφ. Επειτα όμως από τέσσερις σφαίρες το όπλο μπλόκαρε και οι δράστες απομακρύνθηκαν αφήνοντας το θύμα τους με τρία σοβαρά τραύματα στα άκρα. Στο «Τζάνειο» που μεταφέρθηκε, σώθηκε από θαύμα.
Εκτοτε και γνωρίζοντας ότι ήταν στόχος, έπαιρνε αυξημένα μέτρα προστασίας, κυκλοφορούσε με θωρακισμένο αυτοκίνητο που στο πορτμπαγκάζ είχε ένα καλάσνικοφ και σταδιακά, όπως ανέφεραν οι πληροφορίες των αστυνομικών, εγκατέλειψε τον κόσμο της προστασίας καταστημάτων και εξελίχθηκε σε έναν από τους ανθρώπους που πρωταγωνιστούν στο κύκλωμα διακίνησης καυσίμων, έχοντας υπό τον έλεγχό του τουλάχιστον δεκαπέντε πρατήρια.
Πριν από την απόπειρα του 2018, ο 44χρονος θεωρούνταν στη νύχτα το αντίπαλο δέος του Βασίλη Στεφανάκου που δολοφονήθηκε τον Ιανουάριο του ίδιου χρόνου και εξεταζόταν εάν ήταν ένας από τους ανθρώπους που παράγγειλε την εκτέλεση. Ως απάντηση στη δολοφονία Στεφανάκου ερμηνεύτηκαν εξάλλου από τους αστυνομικούς η εκτέλεση την Πρωτομαγιά του 2018 του «φίλου» του και πρώην αξιωματικού των ΕΚΑΜ Σπύρου Παπαχρήστου έξω από ταβέρνα στα Μεσόγεια και η δολοφονία της 33χρονης Κατερίνας Αναγνωστάκη ή Katerina Bella Mafia όπως ήταν γνωστή στα κοινωνικά δίκτυα, με την οποία φέρεται να είχε σχέσεις, τον Σεπτέμβριο του 2018 στην Κηφισιά.
Μερικά χρόνια νωρίτερα είχε απασχολήσει σοβαρά τις αστυνομικές αρχές ως ένας από τους εκτελεστές του Παναγιώτη Βλαστού, αφού τον Σεπτέμβριο το 2012, σε κατάθεσή της η ξαδέλφη του, που ομολόγησε τη συμμετοχή της στις προπαρασκευαστικές ενέργειες της δολοφονίας της πρόεδρου Εφετών Παρασκευής Καλαϊτζή, μετά την εκδίκαση της υπόθεσης απαγωγής Παναγόπουλου, είπε ότι είχε συναντηθεί μαζί του και του είχε δώσει πληροφορίες από την παρακολούθηση της δικαστού. Συνελήφθη όμως τον Νοέμβριο του ίδιου έτους για οπλοκατοχή και η εκτέλεση δεν έγινε.
Το όνομά του ξανασυναντάται ως επικεφαλής ομάδας εκβιαστών αλλά και εκτελέσεων «συμβολαίων θανάτου», σε δικογραφία τον Ιανουάριο του 2015, που δρούσε σε Χαϊδάρι, Κορυδαλλό, Γλυφάδα και συμπεριλαμβάνει ακόμα 37 άτομα.
Η τελευταία φορά που το όνομά του απασχόλησε τους αστυνομικούς ήταν μετά τη διπλή δολοφονία του 38χρονου Βασίλη Ρουμπέτη, γνωστού ως «Ράμπο» ή «ταξιτζή», και του 31χρονου κουνιάδου του στον Κορυδαλλό πέρσι τον Ιούνιο. Πριν από αυτήν, το βράδυ της Πέμπτης 8 Ιουνίου, στη συμβολή των οδών Φανοσθένους και Σμιθ στον Ν. Κόσμο είχε βρεθεί κλεμμένο αυτοκίνητο και μέσα του δύο καλάσνικοφ, δύο πιστόλια, τρεις γεμιστήρες, μία χειροβομβίδα, φυσίγγια και δύο αλεξίσφαιρα. Το αυτοκίνητο απείχε 500 μέτρα από το βενζινάδικο όπου δολοφονήθηκε.
Το ότι σε αυτό βρέθηκε στα εργαστήρια αργότερα το DNA του «Ράμπο», που θεωρούνταν πρωτοπαλίκαρο του Στεφανάκου και του Σκαφτούρου, οδηγούσε τους αστυνομικούς στο να λένε ότι πιθανώς ο 44χρονος αντελήφθη πως τον παρακολουθούσαν για να τον σκοτώσουν και γι’ αυτό διέταξε εκείνος πρώτος τη δολοφονία τους. Κάτι τέτοιο όμως δεν προέκυψε από τις έρευνες και το σενάριο μπήκε στο «συρτάρι». Από εκεί αναμένεται τώρα να ανασυρθεί και πάλι, για να εξεταστεί εάν η δολοφονία του «Ζαμπόν» διατάχθηκε από την αντίπαλη ομάδα.
