ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Στην κοινωνιολογική θεωρία η μόνη ανεξάρτητη μεταβλητή είναι η κοινωνική τάξη»
Erik Olin Wright

Η άποψη του Ράιτ, που προηγείται, έχει πολύ μεγάλη σημασία όχι μόνο για την κοινωνική θεωρία, αλλά και για την πολιτική δράση. Στην πραγματικότητα, ακολουθεί τη μαρξική ανάγνωση της Ιστορίας ως ιστορίας ταξικών αγώνων. Την ενισχύει, μάλιστα, στο μέτρο που αναγνωρίζει την κοινωνική τάξη (social class) όχι ως την κύρια ή την καθοριστική ή την πρωτεύουσα, αλλά τη μοναδική ανεξάρτητη μεταβλητή. Πράγμα που σημαίνει ότι όλες οι άλλες μεταβλητές συνδέονται ισχυρά με αυτήν.

Η άποψη αυτή υποδηλώνει ρητά πως η θεμελιώδης κατηγορία μέσω της οποίας μπορούν να γίνουν αντιληπτές οι ιστορικές κοινωνίες είναι αυτή της εκμετάλλευσης. Τα κοινωνικά στρώματα, που κυριαρχούν χιλιάδες χρόνια τώρα, βασίζουν την ιδιαίτερα προνομιακή κατάστασή τους στην απομύζηση του πλούτου που παράγουν οι άμεσα εργαζόμενοι. Δουλοκτήτες, φεουδάρχες, ανατολικοί δεσπότες και καπιταλιστές είναι, πριν από οτιδήποτε άλλο, εκμεταλλευτές της εργασίας της κοινωνικής πλειονότητας.
Η γνώμη μου είναι πως αυτή η προσέγγιση ήταν και παραμένει ορθή και εξαιρετικά παραγωγική για την κοινωνική ανάλυση.

Το βιβλίο του Dubet δίνει τη δυνατότητα να δοκιμάσουμε την παραπάνω, «παραδοσιακή» στους ριζοσπαστικούς κύκλους, άποψη. Κι αυτό γιατί αποτελεί μία από τις καλύτερες εκδοχές της αντίθετης άποψης. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο κεφάλαιο έχει τον τίτλο «Το τέλος της ταξικής κοινωνίας».
O Ντιμπέ, λοιπόν, ισχυρίζεται πως ζούμε στον καιρό των θλιμμένων παθών. Η θλίψη, δε, προέρχεται από το γεγονός ότι οι «μεγάλες» κοινωνικές ανισότητες έχουν πάψει, εδώ και καιρό, να είναι κυρίαρχες και έχουν υποκατασταθεί, σε μεγάλο βαθμό, από ένα πλήθος «μικρών» ανισοτήτων. Που βιώνονται ως διακρίσεις, οι οποίες αφορούν τους ανθρώπους ατομικά – που δεν συγκροτούν, συνεπώς, συνεκτικές συλλογικότητες, όπως ήταν παλιότερα οι ταξικές. Έτσι, πολύ συχνά, τροφοδοτούν, αντί της διαθεσιμότητας για μετασχηματιστικούς αγώνες, θλιβερές μνησικακίες.

Έχουμε, λοιπόν, έναν συνεχή πολλαπλασιασμό των ανισοτήτων και των συναφών διακρίσεων, που είναι εξαιρετικά δύσκολο να συντεθούν σε μια κατεύθυνση συλλογικής διεκδίκησης με καθολικό χαρακτήρα. «Στο καθεστώς των κοινωνικών τάξεων, οι ατομικές δοκιμασίες εγγράφονταν σε διακυβεύματα συλλογικά, οιονεί ανώνυμα» (σελ. 28). Τώρα, αντίθετα, βιώνονται, αποκλειστικά σχεδόν, σε ατομικό επίπεδο.
Αυτό δεν σημαίνει πως έχουν πάψει να υπάρχουν κοινωνικές τάξεις. Ιδίως, όπως σημειώνει ο Ντιμπέ, άρχουσες τάξεις με ισχυρή συνείδηση του εαυτού τους, των συμφερόντων τους και της ταύτισής τους με τους «νόμους» της φιλελεύθερης οικονομίας.

Το περιγράφει λαμπρά ο Αλτάν στην περίφημη γελοιογραφία:
–Ξέρεις, η ταξική πάλη έπαψε να υπάρχει.
–Καλά που μου το είπες, να το πω στο αφεντικό, για να μη συνεχίσει σαν μαλάκας να παλεύει μόνος του.

Παρόλο, όμως, που οι κοινωνικές τάξεις δεν εξέλιπαν, το κοινωνικό ζήτημα έχει πάψει να είναι στο κέντρο της πολιτικής σύγκρουσης. Πράγμα λογικό, στο μέτρο που η κοινωνική εξέλιξη είναι που το παραγκώνισε, σχεδόν «αντικειμενικά».

«Από τη μια πλευρά, οι ομάδες που θίγονται από τις ανισότητες έχουν πολλαπλασιαστεί. Ορίζονται από την επαγγελματική δραστηριότητα, φυσικά, αλλά και από το καθεστώς απασχόλησης, την ηλικία, τη γενιά, το φύλο, τη σεξουαλικότητα, την καταγωγή, το θρήσκευμα, τον τόπο διαμονής ή και τις αναπηρίες. Από την άλλη, τα κριτήρια και τα αγαθά βάσει των οποίων γίνονται αντιληπτές οι ανισότητες πολλαπλασιάζονται ακόμα περισσότερο. Μπορούμε να αναφέρουμε τις ανισότητες εισοδήματος, περιουσίας, κατανάλωσης, υγείας, πρόσβασης στις σπουδές, πολιτιστικών πρακτικών και χόμπι, χρόνου αφιερωμένου στην οικογένεια, γεωγραφικής, κοινωνικής ή επαγγελματικής κινητικότητας, χωρίς να ξεχνάμε τον κίνδυνο διακρίσεων, τη “γυάλινη οροφή”, τις ανισότητες σε θέματα ασφάλειας, περιβάλλοντος ή ευτυχίας» (σελ. 41).
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η κατίσχυση των «αξιών» της ισότητας των ευκαιριών, της αξιοκρατίας και της ταυτοτικής «αυτονομίας» είναι μονόδρομος, θα έλεγε κανείς. Έχουμε μια υπερ-ποικιλία ανισοτήτων και μαζί έναν παροξυσμικό ανταγωνισμό μεταξύ των φορέων τους.

Ας σταθούμε, όμως, για μια στιγμή στο προηγούμενο παράθεμα από το βιβλίο. Δεν είναι εύλογο να ισχυριστούμε πως όλα όσα απαριθμούνται είναι άμεσα και ισχυρά συνδεδεμένα με την κοινωνική τάξη; Δεν είναι εύκολο να διαπιστώσουμε ότι είναι άλλο να είσαι ευκατάστατος γκέι και άλλο, εντελώς άλλο, φτωχός γκέι; Δεν είναι προφανές ότι είναι άλλο να είσαι Ινδός τύπου Σούνακ, πρωθυπουργός της Αγγλίας, ή Κούρδισσα τύπου Γεσιλγκιόζ, πρόεδρος του ολλανδικού συντηρητικού κόμματος, και άλλο Ινδός ή Κούρδος εργάτης;

Οι ιδιαιτερότητες και οι προσωπικοί προσανατολισμοί, σεξουαλικοί ή άλλοι, αποτελούν προφανή δικαιώματα για τους πρώτους, ανυπόφορες ρετσινιές για τους δεύτερους. Το ίδιο ισχύει για το σύνολο των διακρίσεων, αλλά και της βίωσής τους.

Ο Ντιμπέ αναλύει εξαιρετικά τους τρόπους πρόσληψης των διακρίσεων από τα θύματά τους. Σωστά επισημαίνει πως η προϊούσα εξατομίκευση της βίωσής τους διαμορφώνει συνθήκες πολύ δύσκολες για την άσκηση προοδευτικών πολιτικών.

Γι’ αυτό, νομίζω, ότι το εργατικό κίνημα πάντοτε έδινε μεγάλη σημασία στην πολλαπλότητα των μορφών εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Ο κομμουνισμός σήμαινε την άρση της αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας, προφανώς, αλλά και την υπέρβαση της αντίθεσης πόλης – υπαίθρου, της αντίθεσης άνδρα – γυναίκας (ο Ένγκελς αντιμετώπισε αυτήν την αντίθεση ως την πρώτη ταξική σχέση), της αντίθεσης ντόπιων και «ξένων», αλλά και των αντιθέσεων μέσα στην ίδια την εργατική τάξη.

Δεν είναι τυχαίο πως οι εργατικές επαναστάσεις πάντοτε έθεταν ως άμεσο καθήκον την κατάργηση των πολλαπλών καταπιέσεων. Ο γάμος, η οικιακή εργασία των γυναικών, η θρησκευτικές διακρίσεις, η εθνική καταπίεση και εκμετάλλευση, οι εκπαιδευτικές ανισότητες και όλες όσες σήμερα εκρήγνυνται για άλλη μια φορά βρέθηκαν πάντα στο στόχαστρο. Η ρωσική επανάσταση καθιέρωσε την καθολική –ανδρών και γυναικών– ψηφοφορία, ενώ ήταν η πρώτη που αποποινικοποίησε την ομοφυλοφιλία.
Κατηγορίες, όπως η απόρριψη της περιφρόνησης, η αναζήτηση αναγνώρισης, η αγανάκτηση ή η επιδίωξη της αυτοπραγμάτωσης βρίσκονταν πάντοτε στον πυρήνα των κομμουνιστικών επιδιώξεων. Ήδη από τώρα, όχι στο μακρινό μέλλον. Η αναγκαιότητα πλήρους κάλυψης των υλικών αναγκών, επίλυσης των «ταξικών ζητημάτων», θεωρούνταν, ορθά νομίζω, ως απαραίτητη προϋπόθεση για όλα τα προηγούμενα. Το έντονο ενδιαφέρον για τα νέα κοινωνικά κινήματα, άλλωστε, προήλθε πρωταρχικά από τη New Left του ’60, μια πολύ ταξική, κατά τα άλλα, Αριστερά.

Η σημερινή εξατομίκευση, η μετατόπιση από τη συλλογική στην ατομική διεκδίκηση, που τόσο καλά αναλύει ο Ντιμπέ, είναι παράγωγη της συντριπτικής ήττας της Αριστεράς. Ο Πουλαντζάς έδειξε πως ο στόχος του καπιταλιστικού κράτους είναι ακριβώς η εξατομίκευση – το δίκαιο είναι το πρότυπο αυτής της λειτουργίας, στο μέτρο που αφορά πάντοτε και μόνο άτομα. Ο Αλτουσέρ έδειξε πώς η ιδεολογία εγκαλεί τα άτομα παράγοντας υποκείμενα κατάλληλα για τη συστημική αναπαραγωγή.

Καθήκον της Αριστεράς είναι η ακύρωση αυτής της λειτουργίας, η υποβοήθηση της ταξικής συνείδησης – και εδώ εντοπίζεται η μείζων αποτυχία της. Η Αριστερά εγκαταλείπεται ως αναξιόπιστη, στο μέτρο που αδυνατεί να παίξει τον κατεξοχήν ρόλο της σε ό,τι αφορά το κοινωνικό ζήτημα. Εγκαταλείπεται ως άχρηστη. Άλλωστε, η αυτοαντίληψη των «ηγετών» της ως επαγγελματιών «πολιτικών» είναι ενδεικτική και υπαίτια ενός προφανούς πολιτικαντισμού. Η εργατική τάξη, οι άνθρωποι που δεν έχουν παρά μόνο την εργασιακή τους δύναμη για να ζήσουν, δεν μπορούν να αναγνωριστούν σε αυτούς. Η εγκατάλειψη του κοινωνικού ζητήματος δεν έχει τίποτε το αντικειμενικό, είναι δείκτης της αριστερής ευτέλειας. Οι διακρίσεις και οι ταυτότητες καλύπτουν τον χώρο που αφήνει αυτή η εγκατάλειψη λόγω της αίσθησης ανημπόριας μπροστά στις «μεγάλες» ταξικές ανισότητες. Πρόκειται για μέγιστη νίκη των θατσεριστών.

Το βιβλίο του Ντιμπέ είναι μια μοναδική ανάλυση της σύγχρονης κοινωνικής «πολλαπλότητας». Λειτουργεί ως σπουδαία μηχανή διαμόρφωσης επιχειρημάτων και για όσους είναι ακόμη «ταξιστές».
Και ο ίδιος, άλλωστε, μοιράζεται, τελικά, τους αναπόφευκτους, νομίζω, προβληματισμούς. «Η πάλη ενάντια στις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα […] Η αναζήτηση της κοινωνικής ισότητας πρέπει να παραμείνει ο πολιτικός μας ορίζοντας […] Πρέπει να μάθουμε να καταπολεμούμε [τις πολλαπλές] ανισότητες συμπεριλαμβάνοντάς τες σε καθολικές κοινωνικές πολιτικές που προάγουν ό,τι κοινό έχουμε» (σελ. 136).

Ό,τι ακριβώς επιδίωξε διαχρονικά το εργατικό κίνημα και ό,τι η σημερινή Αριστερά αδυνατεί να κάνει.