Ως μία από τις έξι προτάσεις-προκλήσεις πολιτικής που πρέπει να αναληφθούν για να αντιμετωπιστούν «οι στρεβλώσεις που συνεχίζουν να υπάρχουν, παρά τη μεγάλη βελτίωση της αγοράς εργασίας τα τελευταία χρόνια», πρόβαλε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας την ενσωμάτωση των μεταναστών.
Μία ώρα μετά την ψήφιση στη Βουλή χθες της επίμαχης τροπολογίας Καιρίδη για την, έστω και προσωρινή, βελτίωση των όρων ένταξης μεταναστών στην αγορά εργασίας, ο Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας από το βήμα του 2ου MD Forum, χαρακτήρισε «απαραίτητη την ενσωμάτωση μεταναστών για να συμπληρωθεί το καίριο κενό εργατικού δυναμικού και δεξιοτήτων στην εγχώρια αγορά εργασίας». Τάχθηκε, δε, υπέρ της άσκησης πολιτικών που δεν θα λαμβάνουν υπόψη μόνο τη συγκυρία της αγοράς εργασίας αλλά και τις μεσοπρόθεσμες τάσεις στο μεταναστευτικό.
«Στην παρούσα συγκυρία παρατηρούνται σημαντικές ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε βασικούς κλάδους της οικονομίας, όπως στον τουρισμό, την αγροτική παραγωγή, τη βιομηχανία και τον κατασκευαστικό κλάδο, και πολλές θέσεις εργασίας παραμένουν κενές.
Εν μέσω δημογραφικών προκλήσεων και γήρανσης του πληθυσμού, η συζήτηση για τον συνολικά θετικό αντίκτυπο της μετανάστευσης στην ελληνική οικονομία είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Εξάλλου, η μετανάστευση λόγω της κλιματικής κρίσης ενδέχεται να ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, καθώς η ολοένα αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισης ακραίων καιρικών φαινομένων θα ενισχύσει δραστικά την παγκόσμια κινητικότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ευθύνη της χώρας υποδοχής να ορίσει το θεσμικό πλαίσιο για τις μεταναστευτικές εισροές, να χαράξει στρατηγικές και να αναπτύξει πολιτικές που προωθούν την ένταξή τους στην κοινωνία είναι καθοριστικής σημασίας. Επίσης, απαραίτητες είναι βελτιώσεις στην αποτελεσματικότερη διασύνδεση της μετανάστευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και στη θέσπιση κινήτρων για την προσέλκυση εξειδικευμένων μεταναστών», σημείωσε ο διοικητής της ΤτΕ.
Αξιοσημείωτη είναι ακόμη μία επισήμανση, αυτή για τη μακροχρόνια ανεργία, την οποία η κυβέρνηση είτε παραλείπει να αναφέρει όταν επαίρεται για τη μείωση του ποσοστού ανεργίας, είτε την κακοποιεί εμφανίζοντας τους μακροχρόνια ανέργους λίγο-πολύ ως απατεώνες που εγγράφονται στα μητρώα της ΔΥΠΑ για τα δωρεάν βοηθήματα. «Οσο παρατείνεται η διάρκεια της ανεργίας, απαξιώνονται οι δεξιότητες των ατόμων και αυξάνεται η πιθανότητα να αποσυρθούν από την αγορά εργασίας, γεγονός που ενισχύει τον κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού, φτώχειας και αύξησης των ανισοτήτων» επισήμανε, δίδοντας έμφαση και στα προβλήματα πρόσβασης στην εργασία για τους μεγαλύτερης ηλικίας πολίτες.
Ωστόσο, στο πεδίο αυτό ο διοικητής της ΤτΕ δεν ξέφυγε από τις κοινοτοπίες για «συνέχιση της εφαρμογής ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης που ενθαρρύνουν όχι μόνο τη συμμετοχή νέων στο εργατικό δυναμικό, αλλά και την παραμονή των μεγαλύτερων σε ηλικία στην αγορά εργασίας… την αύξηση της κινητικότητας της εργασίας και της ευελιξίας της». Μέτρα που δεν αρκούν για να αντιμετωπιστεί «η επιταχυνόμενη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού τις επόμενες δεκαετίες», η οποία -όπως ο ίδιος σημείωσε αναφερόμενος σε προβλέψεις της Ε.Ε.- «θα αυξήσει τη συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιακά ατόμων στο σύνολο του πληθυσμού και θα επηρεάσει δυσμενώς την αγορά εργασίας, αποτελώντας έναν σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας».
Σε ό,τι αφορά την αμοιβή της εργασίας ο κ. Στουρνάρας έμεινε σταθερός στο νεοκλασικό μοτίβο που προβάλλει τις αυξήσεις ως μοχλό ενίσχυσης του πληθωρισμού τονίζοντας ότι θα πρέπει να συνεκτιμώνται «οι εξελίξεις στην παραγωγικότητα μεσοπρόθεσμα, καθώς και η συγκυρία υψηλής αβεβαιότητας, διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να ενισχύσουν τις πληθωριστικές πιέσεις, επιδεινώνοντας την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και τελικά μειώνοντας τα πραγματικά εισοδήματα των εργαζομένων».
Πάντως, εκτίμησε ότι η ανάπτυξη της αγοράς εργασίας αναμένεται να συνεχιστεί και μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΤτΕ, η συνολική απασχόληση αναμένεται να συμβαδίσει με την άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ η ανεργία εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει σε μονοψήφιο ποσοστό και θα προσεγγίσει τα προ οικονομικής κρίσης επίπεδα. Το κόστος εργασίας εκτιμάται ότι θα παραμείνει υψηλό μεσοπρόθεσμα, ως αποτέλεσμα της στενότητας στην αγορά εργασίας.
